Περίληψη
Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀνδρέα Ζαΐμη πρὸς τὸν Γενικὸ Ἀρχηγὸ Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, μὲ τὴν ὁποία σχολιάζει μὲ δηκτικὸ τρόπο τὴ συμπεριφορὰ τῶν Ἑλλήνων: ὁ λαὸς «ὅταν ἀκούει πλησίον του τὸν ἐχθρὸν νὰ φεύγῃ ἀπηλπισμένα, καὶ ὅταν μακρύνῃ ὀλίγον, νὰ ἀλησμονᾷ τελείως καὶ νὰ καταγίνηται εἰς ἔριδας καὶ ἰντερέσα, ἀτελεύτητα». Εἶναι ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὶς διαρκεῖς ἀντιζηλίες καὶ διαμάχες γιὰ ἰδιοτελῆ καὶ ἀνούσια θέματα. Περιγράφει ἀκόμη τὶς κινήσεις του μέχρι νὰ φτάσει στὸ στρατόπεδο τοῦ Θεόδ. Κολοκοτρώνη: ἀπὸ τὸ Λιβάρτζι μετακινήθηκε στὸ Σκούπι (σημ. ὁ ἐγκαταλελειμμένος οἰκισμὸς Πάος, βλ. Θεόδ. Λουλούδης, Ἀχαΐα. Οἰκισμοί, οἰκιστές, αὐτοδιοίκηση, σ. 660-663) καὶ ἀπὸ ἐκεῖ θὰ μεταβεῖ στὸ Βυζίτζι (: Βυζίκι). Ἀκόμη, σχολιάζει ἀρνητικὰ τὴ στάση τῶν «Πετιμεζάδων» καθὼς «τὰ προβλήματά των εἶναι πάντοτε προφάσεις». Τέλος, διατυπώνει θετικὴ γνώμη γιὰ τὴ μετάβαση τοῦ Νικήτα Σταματελόπουλου καὶ τοῦ Ἰωάννη (Γενναίου) Κολοκοτρώνη σὲ Ὕδρα καὶ Σπέτσες, ἀντίστοιχα, ἀλλὰ ἐκτιμᾶ πὼς αὐτὲς δὲν θὰ γίνουν τελικά (βλ. καὶ τὰ σχετ.)
Πρὸς τὸν ἐκλαμπρότατον γενικὸν ἀρχηγὸν κύριον Θεώδωρον Κολοκοτρώνην
Σήμερον περὶ τῆν ἕκτην ὥραν ἔλαβον τὸ γράμμα σας καὶ μὲ αἴσθησιν λύπης ἀνέγνωσα τὰ ἐν αὐτῷ. Εἶναι δίκαια ὅσα γράφεις, ἀλλὰ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἐμωράνθη· δύω ταῦτα εἶναι τὰ συστατικὰ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ σήμερον, ὅταν ἀκούει πλησίον του τὸν ἐχθρὸν νὰ φεύγῃ ἀπηλπισμένα, καὶ ὅταν μακρύνῃ ὀλίγον, νὰ ἀλησμονᾶ τελείως καὶ νὰ καταγίνηται εἰς ἔριδας καὶ ἰντερέσα, ἀτελεύτητα. Οὔτε μίαν ἡμέραν δὲν ἐστάθην, οὔτε μίαν νύκταν ἡσύχασα πάντοτε περικυκλωμένος, ἀπὸ μίαν πλυθὺν καὶ ἀδιάκοπον θόρυβον, καὶ τὸ ὑποκείμενον αὑτῆς τῆς συναθροίσεως τρίτα, δεκατιαίς, κλεψιγαμίαι, δυναστείαι καὶ ἀντιζηλίαι, οὔτε ὁ λόγος οὔτε ἡ βία ἰσχύουν νὰ μεταβάλλουν τὴν κλίσιν τους. Μετροῦνται τρεῖς σήμερον ὁποῦ ἐμίσευσα ἀπὸ Λιβάρτζι μὲ τετρακοσίους καὶ ἤλθον ἐδὼ ἐπὶ σκοπῶ, νὰ εὕρω καὶ τοὺς ἄλλους ἔμπροσθεν καὶ νὰ εἴμεθα αὐτοῦ, ἔλαβον αἰτίαν τὸν χειμῶνα καὶ ἔμειναν, σήμερον λέγουν ὅτι ἔρχονται, τοὺς προσμένω καὶ αὔριον ἀναχωρῶ, κοιμοῦμαι εἰς τὸ Βυζίτζι καὶ τὴν ἄλλην ἀνταμόνωμεν, μὰ καὶ ἂν δὲν ἔλθουν ἐγώ κινῶ μὲ τούτους ὁποῦ εἶναι ἐδώ, καὶ οἱ λοιποὶ ἂς ξεσφαΐζονται κοντά, οἵτινες θὰ ἔλθουν. Εἰς τὰ τῶν Πετιμεζάδων ἐγώ εἶμαι ἀδιάφορος, ὅτι αὐτοὶ συγχαίνονται τοὺς Ἀραπάδες, καὶ τὰ πρόβληματά των εἶναι πάντοτε προφάσεις.
Περὶ τοῦ Νοταρᾶ δὲν ἠξεύρω ποῦ εὑρίσκεται, τὸν ἔγραψα δίς νὰ κινηθῆ.
Ἡ μετάβασις τοῦ Νικήτα καὶ Γεναίου εἰς Σπέτζαν καλή εἶναι ὅταν κατορθωθῆ, πλὴν ὑποπτεύω ὅτι θὰ ματαιωθῆ ὁ καιρὸς μὲ μόνους λόγους, μὲ τὸ νὰ ἀνταμόσώμεν ὀγλήγωρα δὲν ἐκτείνομαι εἰς ἄλλο καὶ μένω. 1825 Ὀκτομβρίου 18, Σκοῦπι.
ὁ ἀδελφός
ἀνδρέας ζαήμης