Σημείωμα
Εισαγωγή
Στο ψηφιακό αποθετήριο περιλαμβάνονται τεκμήρια (έγγραφα και αντικείμενα) που σχετίζονται με την οικογένεια Κολοκοτρώνη. Ο βασικός κορμός των εγγράφων, 1143 τεκμήρια που χρονολογούνται στην πλειονότητά τους στη δεκαετία του 1820, στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, αποτελεί το αρχείο Θεόδωρου και Γενναίου Κολοκοτρώνη, το οποίο βρίσκεται στην κατοχή του Κοινωφελούς Ιδρύματος «Μιχαήλ Ν. Στασινόπουλος – ΒΙΟΧΑΛΚΟ» και του Κοινωφελούς Ιδρύματος Κοινωνικού και Πολιτιστικού Έργου – ΚΙΚΠΕ, που μερίμνησαν ώστε το αρχειακό υλικό να τύχει της δέουσας φύλαξης και φροντίδας και το περιεχόμενό του να καταστεί κοινό κτήμα. Με το ανά χείρας εκδοτικό σημείωμα θα ιχνηλατηθεί η διαδρομή του αρχείου αλλά και να χαρτογραφηθούν οι υπόλοιπες αρχειακές διαθεσιμότητες, με στόχο την αποκατάσταση ενός «ιδεατού» αρχείου Κολοκοτρώνη.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, λόγω του ηγετικού του ρόλου στον στρατιωτικό αγώνα και των αξιωμάτων που ανέλαβε στη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης, διατηρούσε μέσω των γραμματικών του πυκνή αλληλογραφία με διοικητικές και στρατιωτικές αρχές, με προσωπικότητες της εποχής, με απλούς αγωνιστές αλλά και με ένα ευρύ δίκτυο προσώπων που κινούνταν στο περιβάλλον της οικογένειας του. Η τήρηση προσωπικού αρχείου φαίνεται ότι στα πρώτα χρόνια του Αγώνα δεν αποτελούσε προτεραιότητά του. Οι πυκνώσεις του αρχειακού υλικού που έχει διασωθεί, ιδίως την περίοδο 1825–1827, υποδεικνύουν ότι η πρακτική αυτή μεταβλήθηκε, σε συνάρτηση ενδεχομένως και με την ανάληψη ηγετικών θέσεων που απαιτούσαν καθημερινή, συνεχή αλληλογραφία με την εδραιωμένη γραφειοκρατία της Διοίκησης. Πάντως οι υπάρχουσες αρχειακές διαθεσιμότητες αλλά και οι γνωστές από τη βιβλιογραφία μαρτυρίες δεν συγκλίνουν στη δημιουργία κάποιου συστηματικού προσωπικού αρχείου. Επιπλέον, ο Θεόδ. Κολοκοτρώνης, άνθρωπος των όπλων και των έργων, πέραν από την υπαγόρευση της εμβληματικής απομνημονευματικής μαρτυρίας του στον Γεώργιο Τερτσέτη, δεν έλαβε μέρος στη μάχη των φυλλαδίων και των αναιρετικών κειμένων, που πυροδοτήθηκε μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους και οξύνθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα με συγγραφείς αγωνιστές της ελληνικής επανάστασης.
Τα πρώτα εκδοτικά εγχειρήματα
Τον ρόλο του οικογενειακού μνήμονα και της διά των τεκμηρίων δικαίωσης της οικογένειας ανέλαβε ο γιος του Ιωάννης (Γενναίος), στον οποίο οφείλουμε τη διάσωση και τον εμπλουτισμό του οικογενειακού αρχείου με ποικίλης προέλευσης αρχειακό υλικό (πρωτότυπα έγγραφα και αντίγραφα της εποχής). Τη δικαίωση αυτή τη διεκδίκησε μέσα από σειρά εκδόσεων που σχεδίασε όσο ζούσε, στις οποίες συμπεριέλαβε και τη δημοσίευση ορισμένων εγγράφων που είχε στην κατοχή του. Οι εκδόσεις αυτές αρχικά φαίνεται ότι είχαν κάπως πιο συγκυριακό χαρακτήρα, προέκυψαν δηλαδή με αφορμή κάποιο συμβάν, αλλά κατέληξαν, σταδιακά μάλλον, σε ένα ευρύτερο συγγραφικό σχέδιο, που υλοποιήθηκε με την έκδοση των Υπομνημάτων του το 1856.
Αρχικά, το 1845, ο Βασίλειος Δημητρακόπουλος, συγγενής των Κολοκοτρωναίων και βουλευτής Μαντινείας κατά τη χρονιά της έκδοσης, δημοσίευσε το έργο Συνοπτική έκθεσις περί των γερουσιαστικών προσόντων του στρατηγού Ι. Κολοκοτρώνη,1 στο οποίο δημοσιεύονται για πρώτη φορά 42 έγγραφα, τα οποία κατά τον ίδιο «περιήλθον εις χείρας μας, διατηρηθέντα κατά τον Αγώνα»· αφορούσαν στρατιωτικές διαταγές προς τον Γενναίο Κολοκοτρώνη. Η αφορμή για την έκδοση αυτών των ευάριθμων εγγράφων ήταν ένα συγκυριακό προσωπικό ζήτημα: η μη συμπερίληψη «όλων των εκστρατειών, μαχών και πολιορκιών, των οποίων ο Ι. Θ. Κολοκοτρώνης ήτον αρχηγός» στο δίπλωμα με το οποίο διοριζόταν Γερουσιαστής το 1844. Στην εισαγωγή ο Βασ. Δημητρακόπουλος δεν εξηγεί πώς περιήλθαν στα χέρια του τα έγγραφα, αλλά ασφαλώς ήταν στην κατοχή του Γενναίου Κολοκοτρώνη, ο οποίος και του τα προσέφερε εν όψει της έκδοσης – γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την παρουσία ορισμένων εξ αυτών σήμερα στο εκδιδόμενο εδώ Αρχείο Θεόδωρου και Γενναίου Κολοκοτρώνη.
Μία δεκαετία αργότερα, το 1855, ο Γενναίος και πάλι με αφορμή μία εκκρεμούσα δίκη εις βάρος του, με ενάγοντες τους ενοικιαστές των προσόδων της επαρχίας Μαντινείας, το ήδη μακρινό 1832, προβαίνει, με την εκδοτική συνδρομή του συγγραφέα και τυπογράφου Χρήστου Φιλαδελφέως, στη δημοσίευση «διακοσίων περίπου εγγράφων», τα οποία είχε στην κατοχή του. Τα τεκμήρια αυτά κατά τη γνώμη του αποδείκνυαν ότι μετά τον θάνατο του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, «νόμιμος Κυβέρνησις δεν υπήρξε, την τάξιν και ασφάλειαν διεδέχθη η αναρχία και οι εμφύλιοι πόλεμοι». Μία αποστροφή του σε υποσημείωση στην εισαγωγή του βιβλίου παρουσιάζει ενδιαφέρον για τη σύσταση του οικογενειακού αυτού αρχείου: «Περί τούτων υπάρχουν αρκεταί εκατοστύαι εγγράφων, τα οποία επειδή εμπεριέχουν πολλάς προσβολάς προσωπικάς δεν δημοσιεύω, ειμή, εάν προσκληθώ».2
Η αναφορά στις εκατοντάδες εγγράφων που δηλώνει ο Γενναίος ότι έχει στη διάθεσή του, θα βρει σύντομα οδό δημόσιας έκφρασης. Πράγματι, έναν χρόνο αργότερα ο Χρ. Φιλαδελφεύς, εκδότης και του νέου βιβλίου, των Υπομνημάτων, θα κάνει λόγο για «συλλογή» εγγράφων που «διέσωσεν εις ημάς ο των πατρικών αρετών γνήσιος κληρονόμος, ο ενεργητικότατος Γενναίος Κολοκοτρώνης». Το 1856, λοιπόν, ο Γεν. Κολοκοτρώνης, με τη συνεργασία και πάλι του Χρ. Φιλαδελφέως, επιχειρεί την έκδοση τμήματος των εγγράφων που κατείχε.3 Τα έγγραφα εκδίδονται κατά τη συνήθη επιλογή συγγραφέων της εποχής, η οποία ήθελε συνδυασμό του ιστορικού τεκμηρίου με αφηγηματικό λόγο σε ενιαία μορφή, όπου το τεκμήριο και η διήγηση λειτουργούν συμπληρωματικά, χωρίς έντονη μεταξύ τους διάκριση.
Κατά δήλωση του Γενναίου στην εισαγωγή του έργου, η έκδοση προέκυψε, μ' έναν τρόπο, ως συνέχεια της ιστορικής αφήγησης που είχε υπαγορεύσει ο πατέρας του στον Γεώργ. Τερτσέτη. Παρωθητικά λειτούργησε και η κυκλοφορία της «μικράς ιστορίας» του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, στην οποία, κατ' αυτόν, πολλά γεγονότα δεν αναφέρονταν όπως συνέβησαν. Πρόκειται για την πρώτη, επίτομη έκδοση της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, που είχε κυκλοφορήσει το 1853,4 και σε διάφορα σημεία των Υπομνημάτων του ο Γεν. Κολοκοτρώνης αναφέρεται σε αυτήν παραπέμποντας και σε συγκεκριμένες σελίδες. Πλάι στις διαφωνίες του με τον Κων. Παπαρρηγόπουλο, ας προστεθούν και οι αντιρρήσεις του για την Ιστορία του Σπυρίδωνα Τρικούπη.5 Έτσι, για μία ακόμη φορά, την τελευταία, ο Γεν. Κολοκοτρώνης εμπλέκεται με την έκδοση εγγράφων, δημοσιεύοντας ένα αναιρετικό κείμενο, με το οποίο δοκιμάζει να διορθώσει τις περιγραφές του Τρικούπη για την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας «επί των αυθεντικωτάτων μαρτυριών, επί αξιωματικών εγγράφων».6
Η συγκρότηση της συλλογής
Πώς προέκυψε, όμως, η συλλογή αυτή και ποιο ήταν το μέγεθός της; Ασφαλώς μετά το πέρας του Αγώνα υπήρχε στα χέρια της οικογένειας, του Θεόδωρου και του Γενναίου ένας όγκος αρχειακού υλικού, που, όπως φαίνεται και από την παρούσα έκδοση, δεν μοιράζεται ισόποσα σε όλα τα έτη, γεγονός που πρέπει να συσχετιστεί και με τη στρατιωτική εξέλιξη του ίδιου του Θεόδ. Κολοκοτρώνη. Ο Βασ. Δημητρακόπουλος, ήδη από την έκδοση του 1845, στον πρόλογο σημείωνε: «κατά τα πρώτα έτη της επαναστάσεως (1821–1822) [...] ο στρ. Ι. Θ. Κολοκοτρώνης ήτον σωματάρχης, και αι εις αυτόν διευθυνθείσαι διαταγαί δεν σώζονται, απολεσθείσαι, ως και πολλών άλλων, και ιδίως τα κατά την ρηθείσαν εποχήν έγγραφα των Κυβερνήσεων». Πράγματι, το υλικό του σημερινού αρχείου επιβεβαιώνει την εικόνα αυτή, αφού παρατηρείται πύκνωσή του από το 1825 και εξής, μετά τον διορισμό δηλαδή του Θεόδ. Κολοκοτρώνη ως Γενικού Αρχηγού των στρατευμάτων της Πελοποννήσου. Η επισήμανση του Χρ. Φιλαδελφέως στον πρόλογο των Υπομνημάτων αποδίδει την αιτία: «δεν ηδύνατο να υπάρξη τελειοτέρα της του αοιδίμου Γέροντος Κολοκοτρώνη [αλληλογραφίας], προς ον όντα γενικόν αρχηγόν απευθύνοντο πανταχόθεν εκ των πεδίων των μαχών αναφοραί και εκθέσεις παντοίαι».
Από τα έγγραφα προκύπτει ότι ο Γεν. Κολοκοτρώνης, σταδιακά και μάλλον στην προετοιμασία της έκδοσης των Υπομνημάτων του, συμπλήρωσε το οικογενειακό αρχείο με πρωτότυπα έγγραφα και αντίγραφα που εντόπισε –όπως προκύπτει από διάσπαρτες σημειώσεις στα περιθώρια– κατά μείζονα λόγο στο Ελεγκτικό Συνέδριο, όπου φυλάσσονταν τα «παλαιά αρχεία», τα δημόσια έγγραφα δηλαδή της επαναστατικής περιόδου. Παράλληλα, είναι εμφανές ότι αναζήτησε σε φιλικούς και συγγενικούς κύκλους τεκμήρια που σχετίζονταν με τον Θεόδ. Κολοκοτρώνη. Δύο από αυτούς τους τροφοδότες αναδεικνύονται στο αρχείο, υπογράφοντας τα αντίγραφα που παρέδωσαν στον Γενναίο: ο ανιψιός του, Ιωάννης Νικήτα Σταματελόπουλος (ή Ιωάννης Νικηταράς) και ο Αλέξανδρος Κωνσταντίνου Αλεξανδρόπουλος. Επιπλέον, τα κενά στο αρχείο, ιδίως των πρώτων ετών, καλύφθηκαν από την αντιγραφή ορισμένων εγγράφων που είχαν ήδη δημοσιευθεί από τον Πέτρο Σκυλίτζη Ομηρίδη, από τον Δήμο Ύδρας, τον Ανδρέα Μάμουκα κ.ά.7
Η εκδοτική προσπάθεια του Ι. Θεοφανίδη
Πόσα έγγραφα είχε τελικά συγκεντρώσει ο Γεν. Κολοκοτρώνης; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι εύκολη και πρέπει να συνδυαστεί με την πορεία εγγράφων και χειρογράφων μετά τον θάνατό του. Ας ξεκινήσουμε την περιήγηση από το τμήμα του αρχείου που με βεβαιότητα γνωρίζουμε ότι παρέμεινε στην ιδιοκτησία των απογόνων του, έως τη στιγμή εκείνη που αποκτήθηκε από τα δύο Κοινωφελή Ιδρύματα. Ο Γενναίος, όπως αναφέρθηκε, περιέλαβε σε βιβλία που εξέδωσε επιλεγμένα έγγραφα· μετά τον θάνατό του όμως, το σύνολο των τεκμηρίων που είχε συγκεντρώσει παρέμεινε στους κληρονόμους του. Την πορεία τους την περιγράφει ο ναύαρχος Ιωάννης Θεοφανίδης, δεύτερος εκδότης τμήματος, επίσης, του αρχείου. Το αρχείο παρέμεινε στα χέρια της χήρας του Γενναίου, Φωτεινής Κολοκοτρώνη το γένος Τζαβέλα, για 24 έτη. Στη συνέχεια, το αρχείο πέρασε στην κατοχή της κόρης του, Ευφροσύνης Κολοκοτρώνη, και μετά τον θάνατο της τελευταίας περιήλθε στους κληρονόμους της, που το παρέδωσαν στον Ιω. Θεοφανίδη για να το ταξινομήσει, να το σχολιάσει και να το εκδώσει. Η έκδοση αυτή πραγματοποιήθηκε στη δεκαετία του 1930 σε τρεις ογκώδεις τόμους, που ενέτασσαν στις σελίδες τους τα τεκμήρια μέχρι και το 1826.8
Ας σημειωθεί ότι, παρότι η προσπάθεια του εκδότη υπήρξε εργώδης, η έκδοση δεν εντάχθηκε ικανοποιητικά στη βιβλιογραφία του 1821, ενώ δεν έτυχε και της πρέπουσας αναγνώρισης από την επιστημονική κοινότητα. Οι λόγοι οφείλουν να αναζητηθούν καταρχάς στην ίδια τη φυσιογνωμία της τότε έκδοσης. Ο τίτλος «Ιστορικόν Αρχείον Θεοφανίδη», κάποια αταξία στην εκδοτική προσπάθεια και κυρίως η τμηματική έκδοση του υλικού και η συγκατοίκηση στους ίδιους τόμους εγγράφων του αρχείου Κολοκοτρώνη με άλλο αρχειακό υλικό –τη διήγηση του Θεόδ. Κολοκοτρώνη στον Γεώργ. Τερτσέτη, άλλα απομνημονεύματα αγωνιστών, τεκμήρια στρατιωτικής, κυρίως, ιστορίας του 19ου και 20ού αιώνα, που είχε ο εκδότης στην κατοχή του –συνέβαλαν στην ελλιπή αναγνώρισή του· μάλιστα, με την απομάκρυνση από τον τότε χρόνο έκδοσης του αρχείου, σταδιακά αγνοείται από την τρέχουσα βιβλιογραφία του 1821. Είναι χαρακτηριστικό ότι παραπομπές σε αυτό δεν ανευρίσκονται ούτε σε σύγχρονες συνθετικές προσπάθειες συγγραφής της ιστορίας της ελληνικής επανάστασης, ούτε σε εξειδικευμένες μελέτες που εξετάζουν επιμέρους θέματα. Πρόκειται, ίσως, για ένα βιβλιογραφικό παράδοξο, αλλά το αρχείο του Θεόδ. Κολοκοτρώνη, της πιο εμβληματικής και αναγνωρίσιμης προσωπικότητας του Αγώνα, είναι απόν από την ιστοριογραφία.
Το ιδεατό αρχείο Θ. Κολοκοτρώνη
Ο Ιω. Θεοφανίδης μας δίνει και μία εικόνα για την έκταση του αρχείου που έφτασε στη δική του κατοχή: περίπου 2.000 έγγραφα. Προηγουμένως, όμως, τμήματα του αρχείου πρέπει να αποσπάστηκαν από τον βασικό κορμό του, όπως και κειμήλια που δώρισε η Ευφροσύνη Κολοκοτρώνη στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος.9 Η σκιαγράφηση των διαδρομών που ακολούθησαν έγγραφα του αρχείου, που σήμερα βρίσκονται εκτός αυτού, δεν είναι ευχερής. Στη συνέχεια θα σταχυολογήσουμε κάποιες διάσπαρτες πληροφορίες για αρχειακές ενότητες και χειρόγραφα που φαίνεται πως προέρχονται από το αρχείο του Γεν. Κολοκοτρώνη, και ταυτόχρονα θα χαρτογραφήσουμε τις αρχειακές διαθεσιμότητες για την ανασύσταση ενός «ιδεατού» αρχείου Κολοκοτρώνη.
Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους υπάρχει τμήμα του αρχείου Γενναίου Κολοκοτρώνη της Συλλογής Βλαχογιάννη, που περιλαμβάνει 252 έγγραφα με ακραίες χρονολογίες 1823–1878, αλλά κυρίως μετά το 1832, και χειρόγραφο απομνημόνευμά του. Ο Βλαχογιάννης σε φυλλάδιο που είχε τυπώσει το 1913 σημείωνε: «Η αλληλογραφία και τα αυτόγραφα απομνημονεύματα του στρατηγού Γενναίου Θ. Κολοκοτρώνη, εν οις και μικρόν μέρος της αλληλογραφίας του Νικηταρά κ.λπ. εξ αγοράς».10 Η αξία του αρχειακού αυτού υλικού κατά την πώλησή του στα ΓΑΚ, το 1914, είχε εκτιμηθεί σε 940 δραχμές.11 Ο φάκελος με τα λυτά έγγραφα περιλαμβάνεται στον Α΄ Κατάλογο της συλλογής Γιάννη Βλαχογιάννη.12 Το απομνημόνευμα βρίσκεται στον Γ΄ Κατάλογο της συλλογής του και η περιγραφή του στον αρχειακό κατάλογο μας προσφέρει επιπλέον πληροφορίες για την προηγούμενή του διαδρομή, έως να φτάσει στον Βλαχογιάννη. Στο εξώφυλλο του απομνημονεύματος ο Γιάν. Βλαχογιάννης σημείωνε: «αυτόγραφον τμήμα γραφέν εις την γεροντικήν ηλικίαν» και με μια δεύτερη σημείωση: «ηγοράσθησαν από δημοσιογράφον Αλβανάκην, όστις τα ηγόρασεν από τας γεροντοκόρας του Γενναίου»,13 πιστοποιώντας έτσι πως τμήμα του αρχείου που είχε συγκεντρωθεί από τον Γενναίο, είχε αποσπαστεί πριν φτάσει στον Ιω. Θεοφανίδη.
Ακόμη, κατά την 23η συνεδρίαση της Επιτροπείας των ΓΑΚ (8 Μαρτίου 1921), προτάθηκε η πώληση «χειρογράφων απομνημονευμάτων του επισήμου αγωνιστού Γενναίου Κολοκοτρώνη εκ πέντε τετραδίων αντί δραχμών 500».14 Ιδιοκτήτης του χειρογράφου (μαζί και του νοταριακού κώδικα Μυκόνου) ήταν ο Αντώνιος Γελανταλής, απόγονος πιθανόν του εκδότη και ιδιοκτήτη του βιβλιοπωλείου «Κοραής» στον Πειραιά Αντώνιου Γελανταλή, κατά τα τέλη του 19ου αιώνα.15 Στην περίπτωση αυτή, χωρίς να τεκμηριώνεται, μπορεί να υποτεθεί πως ο βιβλιοπώλης επίσης αγόρασε από την Ευφρ. Κολοκοτρώνη αυτό το χειρόγραφο.16
Επιπλέον, στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης απόκειται ακόμη μία αρχειακή συλλογή με όνομα «Κολοκοτρώνης, Θεόδωρος και Γενναίος», η οποία περιλαμβάνει 2 φακέλους με συνολικά 394 έγγραφα, κυρίως της επαναστατικής περιόδου. Για αυτήν την αρχειακή ενότητα είναι γνωστό μόνον ότι περιήλθε στην κατοχή του ΕΛΙΑ κατόπιν αγοράς, το 1968, από τη συλλογή Βερναρδάκη και δεν διαθέτουμε πληροφορίες για την προηγούμενη πορεία και σε ποιο βαθμό θα μπορούσε να αποτελεί τμήμα του αρχείου που είχε συγκεντρώσει ο Γεν. Κολοκοτρώνης.
Τέλος, ένα άλλο τμήμα αρχείου της οικογένειας εντοπίζεται στα Ιστορικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη. Πρόκειται για το προσωπικό αρχείο του Πάνου Κολοκοτρώνη (του νεότερου), στο οποίο υπάρχει και μικρός αριθμός εγγράφων που αφορούν την περίοδο της επανάστασης και τη δράση του Θεόδ. Κολοκοτρώνη.17
Οι παραπάνω πληροφορίες αφορούν τον εντοπισμό αρχειακών συνόλων που σχετίζονται με την οικογένεια του Θεόδ. Κολοκοτρώνη, για τα οποία εγείρεται βάσιμη υπόθεση ότι προέρχονται από την ίδια την οικογένεια. Βεβαίως, πληθώρα διάσπαρτων εγγράφων, στα οποία ο Θεόδ. Κολοκοτρώνης και τα παιδιά του φέρονται να είναι συντάκτες, αποστολείς ή αποδέκτες, εντοπίζονται στις πλουσιότατες για το 1821 συλλογές των ΓΑΚ, αλλά και σε όλους τους μεγάλους φορείς της χώρας, που φυλάσσουν αρχειακό υλικό της περιόδου αυτής.