Αρχειακός Τόπος Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Σχέδιο ἀναφορᾶς τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη πρὸς τὴ Διοίκηση, μὲ τὴν ὁποία ἀναφέρεται στοὺς λόγους ποὺ δὲν μποροῦν τὰ ἑλληνικὰ στρατεύματα νὰ νικήσουν τὶς δυνάμεις τοῦ Ἰμπραὴμ πασᾶ. Περιγράφει τὴν κεντρικὴ γιὰ τὴν Ἑλλάδα σημασία τῆς Πελοποννήσου καὶ τὴ γεννναιότητα ποὺ ἐπέδειξαν οἱ κάτοικοι ἐπὶ πενταετία, καὶ ἐπισημαίνει τὴν ἀνάγκη νὰ πληρώνεται μισθός, καθὼς αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος τρόπος γιὰ νὰ προχωρήσει ἡ στρατολογία. Θεωρεῖ τὸ μέτρο ἀναγκαῖο, διότι «ὅταν ἐκτεθῇ ὁ καθεὶς εἰς τῆς Πατρίδος τὴν δούλευσιν, δὲν θέλει ἔχει νὰ ζωοτροφήσῃ τὴν φαμιλίαν του». Ἡ χρονολογία καὶ ὁ τόπος σύνταξης τοῦ ἐγγράφου ἔχουν γραφεῖ μὲ ἄλλο μελάνι καὶ δὲν ἀποκλείεται τὸ ἔγγραφο νὰ εἶναι μεταχρονολογημένο. Γιὰ τὸν τόπο ἀποστολῆς ἡ ἀσφαλὴς ἀνάγνωση Βέρια ὁδηγεῖ στὸ ὁμώνυμο χωριὸ τοῦ Πάρνωνα. Δὲν εἶναι, ὅμως, γνωστὸ ἀπὸ ἄλλες πηγὲς ποῦ βρισκόταν αὐτὲς τὶς ἡμέρες ὁ Θεόδ. Κολοκοτρώνης.

Προηγούμενες Εκδόσεις: Αδημοσίευτο

Εἶναι καιρὸς πολὺς ἀφότου ἠνοίχθη εἰς τὴν Πελοπόννησον τὸ νέον τοῦτο στάδιον τῶν μετὰ τοῦ Ἄραβος ἀγώνων καὶ τὰ ἑλληνικὰ [[πελοποννησιακά]] ὅπλα δὲν ἰσχυσαν νὰ τὸν κατατροπώσουν [[κατορθώσουν τίποτε ἄξιον τοῦ πελοποννησιακοῦ καὶ ἑλληνικοῦ ὀνόματος, ἀναλόγους τῆς ὑπολήψεως καὶ τῶν εὐχῶν τοῦ Ἔθνους!]]. Καὶ ποία ἆρα εἶναι ἡ αἰτία; Εἶναι τάχα ἔλλειψις θελήσεως καὶ προθυμίας; Τάχα στέρεας ἁνδρείας; [[καὶ τῶν λοιπῶν πολεμικῶν ἀρετῶν]] ἢ ὑπεροχὴ τῶν δυνάμεων τοῦ ἐχθροῦ; Ταῦτα διαλογιζόμεθα καὶ ἀναλογιζόμεθα οἱ ἐν τῶ στρατοπέδῳ πρεσβεύοντες βελτίωσιν τοῦ πράγματος, καὶ ἐκεῖνο ὅπου ἐκ τῆς μελέτης μας ταύτης συνάγεται κάνομεν χρέος μας νὰ τὸ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Σ(εβαστῆς) Διοικήσεως. Σ(εβαστὴ) Διοίκησις! Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συνιστῶσι τὴν ὑπεροχὴν τοῦ ἐχθροῦ εἶναι γνωστὰ πλὴν ὄχι τόσον μεγάλα καὶ ἀνυπέρβλητα, ὥστε νὰ νομίζωμεν τὸν ἐχθρὸν ἀκαταμάχητον. Ὁ ἐχθρὸς καταπολεμεῖται [[εὐκόλως βέβαια]] ὅταν δυνηθῶμεν νὰ μορφώσωμεν καὶ ἐμεῖς στρατόπεδον ἀνάλογον [[παρόμοιον]] τοῦ ἐχθρικοῦ, καὶ διὰ νὰ τὸ μορφώσωμεν ἔχομεν μὲν τὴν θέλησιν ἀλλὰ ὄχι καὶ τὴν εὐκολίαν. Οἱ Πελοποννήσιοι μ’ εὐγενῆ θέλησιν καὶ προθυμίαν αὐθόρμητον [[ἀπαρα]] καθ’ ὅλον τὸ πενταετὲς διάστημα τοῦ ἱεροῦ τούτου ἀγῶνος μὲ θυσίας ἀδρᾶς [[μὲ βαρεῖς]], μὲ φιλοκίνδυνον γενναιότητα καὶ μὲ πατριωτικὸν ζῆλον συνετήρησαν πολλὰ καὶ μεγάλα στρατόπεδα [[καὶ στρατιωτικῶς καὶ χρηματικῶς]]. Ἐβάσταξαν πολιορκίας καὶ ἐκστρατείας ἐντὸς τῆς Πελοποννήσου, ἔπεμψαν βοηθείας συνεχεῖς καὶ εἰς τὸ ἀνατολικὸν καὶ εἰς τὸ δυτικὸν μέρος τῆς Ἡπείρου, προσεβοήθησαν εἰς τὸ ναυτικὸν καὶ [[κατὰ πάντα]] ἀκριβῶς ἐφύλαξαν τὰ χρέη τοῦ πατριωτισμοῦ, ἡ δὲ ἀνταμοιβή των ἦτον μόνη ἡ εὐτυχὴς ἔκβασις. Κακὸς ὅμως δαίμων κατέστησε τὴν Πελοπόννησον ἐπὶ τὸ παρὸν ἀνεπιτήδειον καὶ ἀνίκανον εἰς [[ὅμοιον]] τὸ νὰ ἐξαρκέσῃ ὁμοίως, τὰ παρελθόντα περιστατικὰ τῶν ὁποίων δὲν ὠφελεῖ τόσον ἡ μελέτη ὅσον ἡ λήθη καὶ τὸ μέγιστον ἡ εἰσχώρησις τοῦ ἐχθροῦ εἰς τὸ μεσαίτατον αὐτῆς [[καί]], ἡ λεηλασία καὶ φθορά, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν εἰς πολλάς αὐτῆς ἐπαρχίας [[καὶ ἐπὶ πᾶσιν ὁ φόβος τὸν ὁποῖον ἐπροξένησεν καὶ προξενεῖ]] ἀναστάτωσαν ὅλην ἐν γένει τὴν Πελοπόννησον καὶ τοὺς Πελοποννησίους κατέστησαν μὲ τὴν ὑστέρησιν [[τῶν ἐπαρχιῶν των τούτων]] τῶν οἰκιῶν καὶ τῆς καταστάσεώς των, τοὺς ἔβαλαν εἰς καθημερινὴν μετανάστευσιν καὶ τοὺς ἔκαμαν νὰ προσηλώσουν τὴν προσοχήν των εἰς μόνας τὴν σωτηρίαν καὶ τὴν ἐπιούσιον οἰκονομίαν [[των πρὸς το ζῆν τῶν φαμηλιῶν των]] τῶν φαμηλιῶν των [[τῶν ὁποῖων ξεδουλεύουσι μὲ ἢ ἡμεροδοῦλι]]. Εἶναι λοιπὸν δυσκολώτατον νὰ γίνῃ στρατολογία Πελοποννησίων σταθερὰ διὰ τάς εἰρημένας αἰτίας καὶ ὄχι δι’ἔλλειψιν προθυμίας και θελήσεως! Καθυποβάλλομεν λοιπὸν εἰς τὴν σκέψιν τῆς Σ(εβαστῆς) Διοικήσεως νὰ θεωρήσῃ ὅτι ἡ Πελοπόννησος εἶναι τὸ κεντρικότερον τῆς ἐπικρατείας μέρος καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ὀλιγορηθῇ. [[Καὶ ὅτι οἱ Πελοποννήσιοι εἶναιἄριστοι στρατιῶται καὶ πατριῶται καὶ δὲν πρέπει νὰ εὑρίσκωνται ἔξω τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος. Ὅθεν ἡ Σ(εβαστὴ) Διοίκησις κατὰ δίκαιον καὶ κατ’ ἀνάγκην νὰ ἤθελεν εὐκολύνῃ εἰς αὐτοὺς τὴν οἰκονομίαν διορίζουσα πληρωμὴν μισθοῦ μὲ τὸν ὁποῖον νὰ ζωοτροφῶσι τάς φαμηλίας των, καὶ οὐ μόνον τοῦτο ἀλλὰ καὶ κάθε ἄλλο μέτρον εὐκολυντικὸν καὶ ὑποχρεωτικὸν νὰ λάβῃ διὰ νὰ βάλλῃ εἰς στρατιωτικὴν κίνησιν τοὺς Πελοποννησίους ἁπλοὺς τε καὶ ἀξιωματικούς. Τοῦτο νομίζομεν συμφέρον καὶ συντελεστικὸν εἰς τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος καὶ ἐνθέτοντές το εἰς τὴν σκέψιν τῆς Σ(εβαστῆς) Διοικήσεως παρακαλοῦμεν τὸ νὰ σκεφθῇ καὶ ἐπικρίνῃ ὡρίμως καὶ ἐξευροῦσα ν’ ἀποφασίσῃ τὸ βέλτιον. Καὶ μένωμεν μὲ ὅλον τὸ προσῆκον σέβας]]. Καὶ ὅτι οἱ Πελοποννήσιοι εἶναι στρατιῶται καὶ πατριῶται πρόθυμοι ν’ ἀγωνισθῶσι καὶ τώρα ἐπίσης ὑπὲρ Πατρίδος, ἐμποδιζόμενοι δὲ ἀπὸ τάς εἰρημένας αἰτίας, τάς ὁποίας ἐπειδὴ νὰ ὑπερβῶσιν ἀδύνατον, ἡ Διοίκησις συγκατατεθεῖσα εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν ὁποίαν ὁ ἐχθρὸς ἐπέφερε, πρέπει νὰ εὐκολύνῃ εἰς αὐτοὺς τὸν τρόπον. Καὶ τρόπον εὐκολίας ἄλλον ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν εἰμὴ τὸ νὰ διορισθῇ καὶ διὰ τοὺς Πελοποννησίους πληρωμὴ μισθοῦ ἀναλόγως τῶν λοιπῶν ὑπομισθίων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους καὶ οὗτοι πλέον δὲν διαφέρουν εἰς τὴν κατάστασιν, καὶ ἵσως μάλιστα πολλοὶ κατέστησαν δυστυχέστεροι. Δὲν ἤθελε ζητηθῇ πληρωμὴ ἀπὸ Πελοποννήσιον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὅταν ἐκτεθῇ ὁ καθείς εἰς τῆς Πατρίδος τὴν δούλευσιν, δὲν θέλει ἔχει νὰ ζωοτροφήσῃ τὴν φαμηλίαν του, διὰ τοῦτο ἡ Διοίκησις εἶναι δίκαιον νὰ μὴν τὴν ἀρνηθῇ. Τοῦτο νομίζομεν συμφέρον καὶ δίκαιον καὶ ἀναγκαῖον καὶ ἐκθετοντές το εἰς τὴν σκέψιν τῆς Διοικήσεως παρακαλοῦμεν σκεφθεῖσα καὶ ἐπικρίνασα νὰ τὸ ἀποφασίσῃ ὡς τὸ μόνον συντελεστικὸν εἰς τῆς Πατρίδος τὴν σωτηρίαν. Ἄνευ τούτου εἶναι καθόλου δύσκολον νὰ καταπολεμηθῇ ὁ ἐχθρὸς καὶ ἐὰν ἡ Διοίκησις δὲν τὸ ἀποφασίσει, ἡμεῖς προλέγοντές το εὐγαίνομεν μὲν ἀπὸ τῆς συνειδήσεως τὸν ἔλεγχον, ἀπὸ δὲ τὸ χρέος μας τὸ πατριωτικὸν μ’ ὅλον τοῦτο δὲν θέλομεν λείψῃ, ἀλλὰ θέλομεν ἀποθάνῃ μὲ τὰ ὅπλα εἰς τάς χεῖρας, μὴν ἔχοντες σκοπὸν νὰ ἐπιζήσωμεν τῆς Πατρίδος τὸν ὄλεθρον. Μένομεν μὲ τὸ προσῆκον σέβας. [ἀπὸ ἄλλο χέρι:] 22 9βρίου 1825 Βέρια
Λήψη Αναφοράς