Περίληψη
Ἐπιστολὴ τοῦ Παναγιώτη Νοταρᾶ πρὸς τὸν Γενικὸ Ἀρχηγὸ Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, στὴν ὁποία καταγράφει τὶς συγκρούσεις μὲ τὶς αἰγυπτιακὲς δυνάμεις κατὰ τὶς προηγούμενες ἡμέρες, στὴν περιοχὴ τοῦ «Διάσελου Κανδήλας» καὶ τῶν γύρω χωριῶν τῆς σημερινῆς ἐπαρχίας Κορινθίας. Ἀναφέρει ὅτι καὶ ὑπὸ τὴ δική του πίεση οἱ ἐχθρικὲς δυνάμεις ἀποχώρησαν ἀπὸ τὸν κάμπο τοῦ Φονιᾶ (Κορινθίας) γιὰ τὴν Τριπολιτσά, ἐνῶ παράλληλα δίνει ἀναλυτικὲς περιγραφὲς τῶν λεηλασιῶν ποὺ διεξῆγαγαν οἱ ἐχθροί, ἀφοῦ «ἐπέρασαν ἀπὸ Ἀρμενίαν καὶ ἔφθασαν ἕως Φρουσίνα, Τάτζι, Ἁγιονικόλα, Μπουγιάτι, Σκοτεινὴν καὶ πλησίον τοῦ Ψάρι». Καταγγέλλει τὸν ἐξάδελφό του Ἰωάννη Νοταρᾶ γιὰ αὐθαιρεσίες, σὲ σχέση μὲ τὶς προσόδους τῶν σταφίδων τῆς ἐπαρχίας Κορίνθου. Τὰ δύο πρόσωπα ποὺ ἀναφέρονται μόνο μὲ τὰ βαπτιστικά τους, εἶναι οἱ ἑξῆς: ὁ «κ. Ἰωάννης» τῆς πρώτης παραγράφου εἶναι ὁ Γενναῖος Κολοκοτρώνης, ἐνῶ ὁ «Γιάννης», ποὺ πῆγε στὸ Ναύπλιο γιὰ τὶς σταφίδες, εἶναι ὁ Ἰωάννης Νοταρᾶς. Τὸ παρὸν ἔχει δημοσιευτεῖ τμηματικὰ στὰ Ὑπομνήματα.
Προηγούμενες Εκδόσεις: Ὑπομνήματα, σ. 355-356.
Ἐκλαμπρότατε Γ(ενικὲ) Ἀρχηγέ, κύριε Θ. Κολοκοτρώνη!
Ταύτῃ τῇ στιγμῇ ἔλαβον τὴν ἀπὸ 22 τοῦ ἤδη διαταγήν σου, ἐν ᾗ βλέπω νὰ μοὶ λέγῃς, ὅτι ἀφ’ οὗ δὲνἐδυνήθην νὰ στείλω τροφὰς τῶν εἰς Καρύτενα ἰδικῶν μου, ἀλλ’ οὔτε δύναμαι νὰ στείλω, νὰ γράψω διὰ ν’ ἀπεράσωσιν καὶ ἐκεῖνοι ἐδώ εἰς τὸ Διάσελον Κανδήλας, οἵτινες δι’ ἀδείας τοῦ ἀδελφοῦ κ. Ἰωάννου ἔφθασαν ἐνταῦθα, ἐπειδὴ ὑστεροῦντο μεγάλως ἀπὸ τροφάς. Περὶ τῶν ἐχθρικῶν κινημάτων σὰς εἰδοποιῶ ὅτι πρός τὰς 19 τοῦ τρέχοντος ἦλθον ὑπὲρ τὰς δύω ἥμισυ χιλιάδας ἐχθροὶ εἰς Κανδήλας, οἵτινες ἔκαμον εὐθὺς τὸ κίνημά των. Ἡμεῖς δὲ μὴν ἀναβάλλοντες καιρόν, τοὺς ἐκτιπήσαμεν, ὁμοίως καὶ οἱ ἐν Μοναστῆρι, καὶ ἔτζι τοὺς ἐπιστρέψαμεν. Καὶ τὸ ἑσπέρας ἐτοποθετήθησαν εἰς τὸ Κεφαλάρι αὐτοῦ τοῦ χωρίου. Πρός τὰς 20 ἅμα πρωΐας, ἐν ᾦ ἤλπιζον νὰ ἔλθουν ἐπάνω μας, αἴφνης καὶ ἀνελπίστως μανθάνω παρὰ τῶν καραουλίων ὅτι οἱ ἐχθροὶ εἰσχώρησαν κατὰ τὸν κάμπον Φωνέως. Ἐγώ δὲ εὐθὺς εἰς τὸ γελέκι μεθ’ ὅλων τῶν συνδρόφων μου ἔτρεξα διὰ νὰ ἠμπορέσω νὰ τοὺς βλάψω, ἤ νὰ ἐλευθερώσω κἂν τοὺς ἀδυνάτους. Αὐτοὶ ὅμως ἀφ’ οὗ ἔκαυσαν ἕνα ὀσπήτιον εἰς Καλύβια καὶ τὸν πῦργον Μεσιανοῦ καὶ ἀφ’ οὗ λεηλάτησαν πᾶν τὸ προστυχόν, ἐτραβίχθησαν εἰς Γκιόζα καὶ ἐπρόφθασα μόνον μερικοὺς ἱππεῖς, τοὺς ἐκτίπησα, ἐθανατώσαμεν τρεῖς, τοὺς ὁποίους ἐπῆραν οἱ ἴδιοι, ὁμοίως καὶ δύο ἄτια καὶ ἔτζι ἐλευθερώσαμεν τόσους ἀδυνάτους οἵτινες ἐκινδύνευον παρὰ τῶν ἐχθρῶν. Καὶ πρός τὸ δειλινὸν ἐτραβήχθησαν ἀπὸ Γκιόζα καὶ ἐτοποθετήθησαν εἰς Ἀγαλομπέτενα. Ἐγώ δὲ τὸ ἑσπέρας ἔμεινα εἰς Δυάσελον Καστανιᾶς, στοχαζόμενος ὅτι καὶ αὖθις θὰ ἔλθουν κατὰ Φωνιᾶ. Τὴν δην (Τετάρτην) ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου βεβαιοῦμαι παρὰ τῶν καραουλίων, ὅτι ἑτέρα κολώνα ὑπέρ τὰς 3 χιλιάδες ἐχθρῶν ἐπέρασεν ἀπὸ Ἀρμενίαν καὶ ἔφθασαν ἕως Φρουσίνα, Τάτζη, Ἁγιονικόλα, Μπουγιάτι, Σκοτεινὴν καὶ πλησίον τοῦ Ψάρι. Ἀφ’ οὗ καὶ αὐτοὶ ἔκαυσαν, ἠχμαλώτησαν, λεηλάτισαν, ἐτραβίχθηκαν εὐθὺς εἰς Φρουσίνα, χωρὶς νὰ προφθάσωμεν εἰς τὰ ἐπίπεδα τῆς Σκοτεινῆς κᾀνένα. Τὴν Πέμπτην ἐπῆρα τοὺς καββαλαραίους μου καὶ ἐπῆγα ἕως τὴν Φρουσίνα, αὐτοὶ ὅμως ἀνεχώρησαν διὰ Τριπολιτζάν εὐθύς, καθώς καὶ οἱ εἰς Ἀγαλομπέτενα. Ἔτζι λοιπὸν ἀνέβην πάλιν μεθ’ ὅλων τῶν συνδρόφων εἰς ταμπούρια του Διασέλου. Ταῦτα πάντα ἔπραξαν οἱ κύριοι ἀγάδες. Πρός τὰς 21 σοὶ ἔστειλα ἐπίτηδες ταχυδρόμον, λέγοντας ὅλα τὰ κινήματα τῶν ἐχθρῶν, τὸν ὁποῖον συνέλαβον οἱ ἐχθροὶ εἰς Μονοδένδρι λεγόμενον, πλησίον τοῦ Μπεζενίκου. Ἐν τοσούτῳ βλέπω νὰ μοὶ λέγῃς ὅτι ἀναφέρθης πρός τὴν Δ(ιοικητικὴν) Ἐπιτροπὴν ἐντόνως διὰ τὴν κατάστασιν τῶν ταραχῶν τῆς ἐπαρχίας μας, καὶ ὅτι δὲνἀμφιβάλλεις ὅτι κατέπαυσαν. Ἐκλαμπρότατε, ὁ Γιάννης ἐπῆγεν εἰς Ναύπλιον, ἔκαμε μερικοὺς συνδρόφους καὶ ἔπιασεν ὅλας τὰς σταφίδας ἀπὸ Κ͜ιάτου ἕως Διμην͜ιόν. Ποίῳ τῷ λόγῳ καὶ ποίῳ τῷ σκοπῷ, οὐκ οἶδα. Ἐκ τούτου λοιπὸν βλέπω ὅτι οὔτε τὴν ἐκλαμπρότητά σου στοχάζεται, οὔτε τὴν Δ(ιοικητικὴν) Ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ὅτι τοῦ φέρει ἡ μεγάλαυχος κεφαλή του, αὐτὸ κάμνει. Σὲ εἰδοποιῶ λοιπὸν ὅτι οἱ ἐπαρχιῶται καπ. καὶ ἀναφορικῶς ὅλοι οἱ ὁπλοφόροι τῆς ἐπαρχίας μας βλέποντες ὅτι πάσχει νὰ κυριεύσῃ τὸ πρᾶγμα των, ἀπεφάσισαν νὰ ἀφίσουν τὰ ταμπούρια καὶ νὰ ὑπάγουν διὰ νὰ ἐκδικηθοῦν μὲ τὴν τελευταίαν ρανίδα τοῦ αἵματός των, καὶ ἔστω πρός εἴδησίν σου. Ἐξ αἰτίας τοῦ ἀλόγου κινήματος τοῦ στρατηγοῦ Νοταρᾶ καὶ ἐξ αἰτίας ὅπου περιφέρονται οἱ στρατιῶται του μέσα τὰ χωρία, διεσκορπίσθησαν οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι ἐν ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς, ἀφίνοντες τὰς οἰκίας των ἐρήμους καὶ τὰ γεννήματά των νὰ χαθοῦν. Ἐγὼ ὅμως ἐπειδὴ βλέπω αὐτὰ καὶ ἐκ τούτων δὲνδύναμαι νὰ οἰκονομήσω καὶ ζῶα διὰ τὴν μετακομιδὴν τροφῶν, ἀπεφάσισα νὰ πηγένω ὁ ἴδιος εἰς τὸ ὄρος τῆς Ζύριας, ὁποῦ ἐκεῖ εἶναι πολλὰ ἅρματα συναγμένα, ὁμοῦ καὶ πλῆθος ζώων· διὰ νὰ εὐγάλω καὶ τ’ ἅρματα καὶ τὰ ζῶα ὁμοῦ καὶ ὅλους τοὺς κατοίκους μὲ τὰς γυναῖκας καὶ νὰ κατέβουν εἰς τὰ χωριά των, ὁποῦ νὰ οἰκονομηθῶ καὶ ἀπὸ τροφάς. Καὶ μένω μὲ ὅλον μου τὸ ἀνῆκον σέβας.
Τῇ 24 Ἰουλίου ἀπὸ Διάσελον Κανδήλας 1826
ὁ τῶν ἐπιταγῶν σας εὐπειθής
παναγιώτης Νοταρᾶς
πρ: ταύτῃ τῇ στιγμῇ ἔλαβον γράμματα ἀπὸ Τρίκκαλα καὶ ἐπαρχιωτῶν μου. Ἐξιστοροῦνται τὰ ὅσα δεινὰ δοκιμάζουν αἱ φαμηλίαι τῶν στρατιωτῶν ἀπὸ τὸν Νοταρᾶν ὁποῦ εὐρίσκοντο εἰς τὸ ταμποῦρι, ὅστις ἀφοῦ ἀπέρασεν ἀπὸ τὰς σταφίδας ἄφησεν ὅσους ἤθελε καὶ μὲ κάμποσους ἦλθεν εἰς Τρίκκαλα, με σκοπὸν να ἀπεράσῃ ὅλα τὰ χωριὰ καὶ νὰ κάμῃ ἐκεῖνον ὁποῦ θέλει. Ἔτζι λοιπὸν ἔφυγον ὅλοι οἱ ἐπαρχιῶται διὰ νὰ κρύψουν ἂν δυνηθοῦν τὸ πρᾶγμὰ των καὶ τα γυναικόπαιδά των, ἐπειδὴ καὶ αὐτός ἄλλο δὲνλέγει εἰ μὴ νὰ θύσῃ καὶ νὰ ἀπωλέσῃ· καὶ εἰς εἴδησίν σου.
ὁ ἴδιος
[ἐπιγραφὴ διεύθυνσης:]
Τῷ ἐκλαμπροτάτῳ Γεν(ικῷ) Ἀρχηγῷ κυρίῳ Θ. Κολοκοτρώνη
Εἰς Ἅγιον Πέτρον
[ἐπὶ τοῦ νώτου, ἀπὸ ἄλλο χέρι:]
Παναγιώτης Νοταρᾶς
Διάσελο Κανδήλας
ἰούλιος 24