Περίληψη
Ἐπιστολὴ ὁπλαρχηγῶν πρὸς τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, μὲ τὴν ὁποία τὸν ἐνημερώνουν ὅτι βάσει τῆς διαταγῆς του –ποὺ δὲν ἔχει διασωθεῖ στὸ ἀρχεῖο– καὶ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν πρόσκληση τῶν ὁπλαρχηγῶν ἀπὸ τὴν Γκούρα (βλ. σχετ.) μεταβαίνουν στὰ Τζιπιανὰ καὶ θὰ ἀναμένουν ἐκεῖ ὁδηγίες. Ἐκφράζουν τὴν ἔντονη δυσαρέσκεια καὶ θλίψη τους γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὑποχρεώνονται νὰ ἀσχολοῦνται μὲ ἀνούσιες ἐσωτερικὲς ἔριδες, ὅταν θὰ ἔπρεπε νὰ πολεμοῦν τὸν ἐχθρὸ ποὺ καταστρέφει χωριὰ καὶ καλλιέργειες, καὶ σκοτώνει ἢ αἰχμαλωτίζει κατοίκους. Ἐνημερώνουν ὅτι σὲ μάχη ποὺ ἔγινε στὸν Μπασαρᾶ (Βασαρᾶ) Λακωνίας (βλ. Ἡμερολόγιο τοῦ Ἀγώνα, σ. 538), ὁ ἐχθρὸς συνετρίβη καὶ ἀπέσπασαν πλούσια λάφυρα. Ἀκόμη, ἀναφέρουν τὶς μεγάλες ἀπώλειες τῶν Ὀθωμανῶν στὴν πεδιάδα τοῦ Ἄστρους. Καταλήγουν ὅτι ἐξ ἀνάγκης ἐγκαταλείπουν τὶς θέσεις τους, γιὰ νὰ διευθετήσουν τὶς ἐμφύλιες ἀντιπαραθέσεις, καὶ «ἂς ὄψωνται οἱ αἴτιοι καὶ ἂς δώσουν λόγον ἐνώπιον θεοῦ καὶ ἀνθρώπων». Ἀπὸ τοὺς ὑπογράφοντες ὁπλαρχηγοὺς διευκρινίσεις χρειάζονται γιὰ λίγα πρόσωπα. Ὁ Γιανάκης Κάρογλους εἶναι ἀγωνιστὴς μικρασιατικῆς καταγωγῆς (βλ. Τάκ. Σαλκιτζόγλου, Ἡ Μικρὰ Ἀσία στὴν Ἐπανάσταση, σ. 223), ὁ Δανιὴλ Πανᾶς ἔχει καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Κεφαλονιά (βλ. Χρ. Στασινόπουλος, Λεξικό, τ. 3, σ. 313) καὶ ὁ Ἰωάννης Πέτας ἀπὸ τὴ Ζάκυνθο (βλ. τὰ σχόλιά μας στὸ ἔγγρ. [403]). Τὸ παρὸν ἀντίγραφο ἦταν μαζὶ μὲ τὸ ἔγγρ. [717].
Προηγούμενες Εκδόσεις: Ὑπομνήματα, σ. 369-370.
Βλ. Σχετικά:
0762
Εὑρίσκεται τό πρωτότυπον είς το Ἐλεγκ. Συνέδριον
Μέ μεγάλην μας φρίκην παρατηροῦμεν εἰς μίαν τοσοῦτον κρίσιμον τῆς δυστυχοῦς πατρίδος περίστασιν, ἐνῶ ἐφθάσαμεν εἰς τά μέρη ταῦτα, κατόπιν τοῦ ἐχθροῦ ἀδιακόπως βλέποντες καί ζημιοῦντες αὐτόν τό δυνατόν καί ἐνθαῤῥύνοντες τούς ἐδῶ ἀδελφούς χριστιανούς, οἱ ίδιοτελεῖς καί ἀντιπατριωτικοί σκοποί τῶν ἀντιπατριωτῶν, νά μᾶς ὑποχρεοῦν διά νά παραιτώμεθα ἀπό τά κατά τοῦ ἐχθροῦ κινήματά μας καί νά μᾶς βιάζουν διά νά κινούμεθα κατ’ αὐτῶν, ὡς καί αὔριον πρωΐ ξεκινοῦμεν διά Τζιπιανά, ὅπου καί περιμένομεν ὁδηγίας σας. Ἐν τούτῳ ὅμως πρέπει νά σᾶς εἴπωμεν ὄτι μέ θλίψιν μας βλέπομεν μίαν τοσοῦτον μικρήν ὑπόθεσιν διά τόσον καιρόν νά μή συμβιβασθῇ, ἀλλά νά φέρῃ τοιαύτα ὀλέθρια ἀποτελέσματα, ὥστε νά ὑποχρεώσῃ καί ἡμᾶς τούς ἰδίους ἄκοντας καί ἐναντίον ὅλως διόλου τῆς ὀρθῆς σκέψεώς μας νά παραιτηθῶμεν τῆς θέσεώς μας, ἐνῷ μέχρι τοῦδε ἔχομεν κάμει τόσην βλάβην εἰς τόν ἐχθρόν, σκοτώνοντες και σκλαβόνοντες ὄχι ὀλίγους ἐχθρούς καί γλυτώνοντες καί ἐλευθεροῦντες ὄχι όλίγους χριστιανούς καί πράγματά των. Καθώς καί χθές ἐλθόντες ὑπέρ τούς χιλίους πεντακοσίους ἐχθρούς εἰς Μπασαρά πεζοί, ἄτακτοι καί ἱππεῖς, τούς ὁποίους μόλις ἐμάθαμεν ἀπό τά καραούλια μας ὡρμήσαμεν κατ’ αὐτῶν καί κυνηγήσαντες αὐτούς ὑπέρ τῆς μιᾶς καί μισῆς ὥρας ἐλευθερώσαμεν ἕως δέκα χιλιάδες γιδοπρόβατα καί ὑπέρ τά τριακόσια βόϊδα καί γελάδια καί ἄλλα ἑκατόν εἰκοσιδύο ἀλογομούλαρα, τά ὁποῖα ὅλα σχεδόν τά ἐδώσαμεν εἰς τούς πτωχούς χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι τά εἶχον, καθώς καί εἰς τά μοναστήρια, ὅσα ἦτον τῶν μοναστηριών. Ἐλευθερώσαμεν καί ὑπέρ τάς ἑβδομήντα ψυχάς χριστιανούς, τούς ὁποίους εἰς αὐτήν τήν ἔφοδον εἶχον αἰχμαλωτίσει καί ἐσκοτώσαμεν καί ὑπέρ τούς διακοσίους ἐχθρούς, ἐκτός τῶν ὅσων ἐπληγόσαμεν, οἱ ὁποῖοι πρέπει νά ἦναι πολλοί, καί δεκαοκτώ [34] ζωντανούς καί δεκαέξ ἄτια, τά ὁποῖα ἐπήραμεν.
Μέ τόσην ὁρμήν ὥρμησαν οἱ Ἕλληνες ὁπού δέν περιγράφεται. Ἀλλά διά νά μήν σᾶς βαρύνωμεν μέ πολυλογίαν, σᾶς βεβαιοῦμεν ὅτι ἀπό τό Ἄστρος ἕως σήμερον εἶναι σκοτωμένοι καί ζωντανοί [35] ὑπέρ τούς ἑξακόσιους εἰς διαφόρους ἀκροβολισμούς καί χωσιάς. Καί εἴμεθα βέβαιοι ὅτι, ἐάν ἐμέναμεν ἐδῶ, βέβαια ἠθέλαμεν ζημιώσει ὄχι ὀλίγον τόν ἐχθρόν. Ἀλλ’ ἐπειδή καί τά πράγματα κατήντησαν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νά ἀσηκόσουν καί ὑπέρ τούς τρεῖς χιλιάδες Ἔλληνας, ἐνῶ εὐρίσκονται κατά τοῦ ἐχθροῦ καί νά τρέχουν κατά τῶν ἀντιχρίστων, ἡμεῖς ἐρχόμεθα καί ἄς ὄψωνται οἱ αἴτιοι καί ἄς δώσουν λόγον ἐνώπιον θεοῦ καί ἀνθρώπων. Μένομεν μέ σέβας.
Ἀπό Βέργια τῇ 20 Αὐγούστου 1826
Οἱ πατριῶται
Νικήτας Σταματελόπουλος
Δημητρ. Πλαπούτας
Ἰωάννης Κολοκοτρώνης
Δημητρ. Τζόκρης
Ἰωα. Γ. Πέττας
Δανιήλ Πανᾶς
Γιανάκης Κάρογλους