Περίληψη
Ἐπιστολὴ τοῦ Richard Church πρὸς τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, μὲ τὴν ὁποία ἀπαντᾶ σὲ παλαιότερη ἐπιστολή του τῆς 12ης/24ης Σεπτεμβρίου 1826, τὴν ὁποία ἔλαβε ὅταν ἀκόμη βρισκόταν στὸ Λιβόρνο. Ἐξηγεῖ πὼς δὲν μπόρεσε νὰ ἀπαντήσει νωρίτερα, γιατὶ ἀναχώρησε ἀπὸ ἐκεῖ μετὰ ἀπὸ δύο ἡμέρες. Ἡ παρούσα, γραμμένη σὲ πολὺ θερμὸ ὕφος, ἀπευθύνεται στὸν παλαιὸ καὶ ἀγαπητό του «συντρόφο τῶν ἀρμάτων», ἀπὸ τὸν καιρὸ δηλαδὴ τῆς θητείας τοῦ Θεόδ. Κολοκοτρώνη στὸν βρετανικὸ στρατὸ στὴ Ζάκυνθο. Ὁ ἐπιστολογράφος βρίσκεται τώρα στὰ Κύθηρα καὶ ἑτοιμάζεται νὰ μεταβεῖ στὴν ἐπαναστατημένη χώρα, γιὰ νὰ συνδράμει τὸν Ἀγώνα τῶν Ἑλλήνων. Στὸ τέλος τῆς ἐπιστολῆς στέλνει χαιρετισμοὺς σὲ πολλοὺς ἀγωνιστές, μὲ τοὺς ὁποίους εἶχε φιλικὲς σχέσεις, ὅταν ὑπηρετοῦσαν στὰ βρετανικὰ στρατιωτικὰ σώματα τῆς Ἑπτανήσου. Στὸ νῶτο ὑπάρχει σημείωμα ἀπὸ ἄλλο χέρι, προφανῶς οἰκείου προσώπου τοῦ Θεόδ. Κολοκοτρώνη, μὲ τὸ ὁποῖο τὸν ἐνημερώνει γιὰ τὴν ἄφιξη τοῦ Παναγιώτη Κοκκαλιάρη Δημητσανίτη ἀπὸ τὴν Αἴγινα, ὁ ὁποῖος μετέφερε πληροφορίες γιὰ τὴ διάλυση τῶν ἐκεῖ πληρεξουσίων. Δίπλα στὸ πανώγραμμα σημειώνεται τὸ ὄνομα Νικόλας Ζήκας, γιὰ λόγους ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ γνωρίζουμε· ἴσως πρόκειται γιὰ τὸν κομιστὴ τῆς ἐπιστολῆς. Τὸ πρόσωπο, πάντως, πιθανόν, ταυτίζεται μὲ τὸν Καλαβρυτινὸ Νικόλαο Ζῆκο, στρατιώτη στὸ σῶμα τοῦ Βασίλειου Πετιμεζᾶ (Ἀθαν. Τζώρτζης, Ἱστορικὸ Λεξικὸ ἐπαρχίας Καλαβρύτων, τ. 2, σ. 445).
Προηγούμενες Εκδόσεις: Αδημοσίευτο
Κύθηρα τῇ 2 Μαρτίου 1827 Έ(τος) Ν(έον)
Ἀκριβέμου φίλε!
Ἐλπίζω ὅτι ἡ καρδία Σου ἐπρόλαβεν εἰς τὸ νὰ ἀποκρηθῇ πρότερον ἐμοῦ εἰς τὴν ἀγαπητήν, ὡραίαν καὶ φιλικήν Σου γραφὴν τῶν 12/24 ἀπελθόντος Σεπτεμβρίου, τὴν ὁποίαν εὐχαρίστως εἰς Λιβόρνον ἔλαβον δύω μόνον ἡμέρας πρὶν τῆς ἐκεῖθεν ἀναχωρήσεώς μου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠδυνήθην νὰ Σὲ ἀποκρηθῶ πρὶν τῆς σήμερον. Σὲ λέγω ἐν ἀληθεία ὅτι ἡ ἀνάγνωσις τῆς ὁποίας ἔκαμεν μεγάλην συντριβὴν καὶ ἐντύπωσιν εἰς τὰ ἔνδον τῆς ψυχῆς μου. Πάντοτε ἐλαχταροῦσα διὰ τοὺς παλαιοὺς καὶ καλὰ ἠγαπητούς μοι συντρόφους τῶν ἁρμάτων, μάλιστα ὅταν αὐτοὶ τόσον ἐνδόξως ἐπολέμησαν ὑπέρ τῆς Πατρίδος των. Ποσάκις ἐπαρακάλεσα τὸν Θεὸν νὰ στεφανώσῃ τὴν ἀνδρείαν Σας μὲ τὰς πλέον ἐντελεῖς νίκας, καὶ μὲ τὴν ἐλευθερίαν τῆς Πατρίδος. Σύ ἀκριβέμου φίλε ἔκαμες δικαίων κρίσιν τῶν φρονημάτων μου, καὶ δύνασαι νὰ ἔχῃς τὴν ἰδίαν ἰδέαν, διότι πάντοτε εἶμαι ὁ ἴδιος, καὶ χαίρω πολλᾶ τὸ νὰ ζῶ καὶ νὰ εὑρίσκομαι εἰς τὴν μνήμην τῶν παλαιῶν συντρόφων μου τῶν ἁρμάτων, οἱ ὁποῖοι εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἶναι ὑπερβεβαιωμένοι τὸ πόσον, καὶ πόσον ἐγὼ τοὺς ἀγαπῶ, καὶ ὁποία αἴσθησις διεγείρεται εἰς τὴν ψυχήνμου ὅταν στοχάζομαι, ὅτι ὅσον τάχος θέλει Σᾶς ἐνηγκαλισθῶ ὅλους πάλιν στεφανωμένους, ὡς εἶσθε, μὲ τὴν δόξαν, ὅτι ἐπολεμήσατε εἰς τόσους πολέμους, καὶ ἐκδικήθητε τοὺς ἐχθροὺς τῆς Πατρίδος Σας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἤμην μακρὰν ἀπὸ Σᾶς σωματικῶς, πλὴν ἡ ἐπιθυμίαμου ἦτον πάντοτε ἐκείνη τοῦ νὰ εὑρεθῶ εἰς τὸ μέσον τῶν ἡρώων τῆς Ἑλλάδος, καὶ πολλάκις ἐκαυχήθην ὅτι πολλοὶ τῶν αὐτῶν ἡρώων ἦσαν παλαιοίμου φίλοι. Ἄσπασόν μοι ἐκ καρδίας Σὲ παρακαλῶ φίλεμου ὅλους, καὶ εἰπέ τους ὅτι ὠγλήγωρα ἀνταμωνώμεθα. Ἐὰν ἐγὼ εὑρέθην μακρὰν ἀπὸ Σᾶς ἐξ ἐπιτακτικῶν περιστάσεων, μὴν νομίσετε ὅμως ὅτι δὲν ἔκαμον ἀρκετὰς βοηθείας εἰς τὸν Ἱερὸν Ἀγῶνα Σας, διὰ τὸν ὁπῖον Σεῖς μάχεσθε τόσον ἐνδόξως· πλὴν τώρα ὁποῦ ἡ θεία πρόνοια ἐσυγχώρησε διὰ νὰ εὑρεθῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔσεσθε βέβαιοι, ὅτι ἀπὸ ὅσους μαζύ Σας παρευρίσκονται, δὲν θέλει εἶναι οὐδεὶς τόσον εὐδιάθετος καὶ πρόθυμος διὰ νὰ συνεργήσῃ καὶ συναγωνισθῇ διὰ τὴν εὐτυχῆ ἔκβασιν τῶν ἁρμάτων τοῦ ἡρωϊκοῦ ἑλληνικοῦ Γένους, ὅσον ἐγώ. Διὰ τοῦτο λοιπὸν τὸ μέρος μου θέλω τὸ κάμῃ ὅταν θελήσῃ ὁ Ὕψιστος, θέλω μισεύσῃ ἀπὸ ἐδὼ ὅσον τάχος διὰ νὰ ἔλθω αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι εἶσαι βέβαιος εἰς τὴν ἀγάπηνμου, καὶ ὅτι ἀπανταχοῦ, καὶ πάντοτε Σοῦ ἤμην σταθερός, καὶ εἰλικρινής φίλος, καὶ ἐγὼ καυχῶμαι ὅτι σὲ γνωρίζω καλήτερα ἀπὸ κάθε ἄλλον, καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιον ἑαυτόνΣου, καὶ πάντοτε προκαταλαμβάνω, ἀπὸ τὸν ὠφέλιμον χαρακτήρασου, τὰς ἐνδόξους ἐκδουλεύσεις <ὁποῦ>ἔκαμες εἰς τὴν Πατρίδα Σου, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς θέλεις προσφέρῃ καὶ ἄλλας λαμπροτέρας. Προσφέρετε παρακαλῶ εἰς τὴν Διοίκησιν τὰς ἐνθέρμους εὐχὰς τῆς καρδίας μου διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν, καὶ εὐτυχίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἄσπασὸν μοι ἐκ μέρους μου καὶ πάλιν τοὺς ἀνδρείους εἰλικρινεῖς φίλους μου. Προφυλάττομαι προσωπικῶς νὰ συγχαρῶ μὲ τὸν λέοντα Νικήταν, Κολιόπουλον, υἱόν Σου, ἀνεψιόν Σου, Α. καὶ Κωνστ. Βλαχόπουλους, Πετημεζάν, Χρυσοσπάθην, Νικήτα Δικαῖον, Βασιλάκην, Πολιτάκον, Λιμπερόπουλους, Μιλητζῆ Νιζάκον, καὶ ἐκτὸς τὴν ὑγιείαν των τὴν ὁποίαν ἐπιθυμῶ τοὺς εὔχομαι ἐπαίνους, καὶ κάθε εὐτυχίαν. Δέχθητι δὲ τὴν ἐπιβεβαίωσιν τῆς σταθερᾶς καί τελείας φιλίας μου, ὥς καὶ εἶμαι.
Ὅλος
ὁ ἀληθής φίλος Σου
R. Church
[ἐπὶ τοῦ νώτου, ἀπὸ ἄλλο χέρι:]
Ὁ κύριος Παναγιώτης Κοκκαλιάρης Δημητζανίτης ἦλθεν ἐχθές ἀπὸ Αἴγιναν. Λέγει ὅτι οἱ ἐν Αἰγίνῃ διελύθησαν ἀπελπισθέντες, καὶ ἄλλοι μὲν ἔρχονται εἰς Ἐρμιόνην, ἄλλοι δ’ ἐξ αὐτῶν εἰς τὰ ἴδια. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τίμιος καὶ πιστεύσατε ὅσα λέγει.
[πλαγίως, ἀπὸ τὸ προηγούμενο χέρι:]
Ἐλαβον τὴν γραφὴν σου καὶ ἴδον
καὶ ἴδον τὸ σημειωθὲν ἐν αὐτῷ συμβᾶν.
[σὲ ἄλλο σημεῖο, ἀπὸ ἄλλο χέρι:]
Γγενεράλ Τζιόρτζης 18 Φευρουαρίου Κύθηρα
ἀπόκρισην εἰς τὰς 21 αὐτοῦ
[ἐπιγραφὴ διεύθυνσης:]
Πρός τὸν ἠγαπητὸν φίλον κύριον κον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην
εἰς Καστρῆ
[πλαγίως:]
Νικόλα<ς> Ζήκας