Περίληψη
Ἐπιστολὴ τοῦ Νικήτα Σταματελόπουλου πρὸς τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, μὲ τὴν ὁποία τὸν ἐνημερώνει πὼς μὲ «τὴν εὐχὴν τῆς Πατρίδος» πηγαίνει εἰς τὸ χρέος του. Ὁ Νικ. Σταματελόπουλος εἶχε λίγες ἡμέρες νωρίτερα, στὶς 4 Ἀπριλίου, λάβει διαταγὴ ἀπὸ τὸν Ἀρχιστράτηγο Richard Church νὰ ἐκστρατεύσει στὴν Ἀθήνα. Ὁ νέος Ἀρχιστράτηγος στὴν ἐν λόγω διαταγὴ ἐξέφραζε τὴν εὐαρέσκειά του γιὰ τὴ σύνεση τοῦ Νικ. Σταματελόπουλου ὡς Φρουράρχου τῆς Γ΄ Ἐθνοσυνέλευσης (βλ. Ἀργολικὸν ἱστορικὸν ἀρχεῖον, σ. 296). Ὁ Σταματελόπουλος στὸ παρὸν εὐχαριστεῖ τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, γιατὶ ὁ γραμματικός του, Γεώργιος Ἀθανασιάδης, συμβιβασθεὶς μὲ τὸν Ἀναγνώστη Δικαῖο, ἐξελέγη βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Λεονταρίου (βλ. Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, σ. 329· Γεώργ. Ἀθανασιάδης, Ἡμερολόγιο, σ. 218) καὶ ζητεῖ ἀντιστοίχως ἀπὸ τὸν Θεόδ. Κολοκοτρώνη νὰ μεριμνήσει,ὥστε νὰ ἐκλεγεῖ καὶ κάποιος ἔμπιστος τοῦ Κολιόπουλου στὴν ἐπαρχία Καρύταινας. Στὸ ὑστερόγραφο σημειώνει πώς, ἂν καὶ μίλησαν προφορικά, ἐπιθυμεῖ νὰ λάβει καὶ γραπτῶς τὴν ἀπόκρισή του, ἐνῶ στὴ συνέχεια ἀναφέρεται σὲ ὑπόθεση ποὺ ἀφορᾶ «τὰ Ζαχαρόπουλα», δηλαδὴ τοὺς ἀδελφοὺς Ζαχαρόπουλους, γιὰ τὴν ὁποία δὲν ἔχουμε περισσότερες πληροφορίες.
Προηγούμενες Εκδόσεις: Αδημοσίευτο
Θεῖε μου προσκυνῶ
Ἐγὼ μὲ τὴν εὐχὴν τῆς Πατρίδος, καὶ τὴν ἐδικήν σου, πηγαίν[ω ...] τὸ χρέος μου. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅμως ὁποῦ ἀναχορῶ, θέλω νὰ σοῦ ἐξηγηθῷ ὡς καθαρὸν σου παιδὶ τὰ αἰσθήματά μου, καὶ τὴν θέλησίν μου, καὶ ὡς πατέρας μας ἠκολούθησον. Ὁ Νικήτας, ὁ Κολιόπουλος καὶ ὁ Γεναῖος, εἶναι παιδιά σου ἀχόριστα καὶ τοὺς εἶσαι πατέρας καλός. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλω, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι καὶ συγκαταβατικός, καὶ διὰ νὰ μὴν σοῦ ἐξηγηθῶ εἰς πλάτος, θέλω νὰ ἐξηγήσῃ τὰ οὐσιώδη. Ἐμένα μὲ εὐχαρίστησες βέβαια, διότι συμβιβασθεῖς ὁ ἰδικός μου Ἀθανασιάδης, μέσον μου μὲ τὸν κὺρ Ἀναγνώστην Δικαῖον, ἐμβαίνει εἰς τὸ Βουλευτικόν, καὶ τοῦτο ὄχι διὰ ἄλο, παρὰ μόνον διὰ τὰς ὑποθέσεις μου. Τώρα μένει νὰ εὐχαριστήσεις καὶ τὸν Κολιόπουλον ἐπάνω δι’ ἕναν τοῦτον ἀφιερωμένον πρός τὴν Καρύταινα, τὸ ὁποῖον καὶ ἀποβλέπει ὡς πρός τὴν ὕπαρξίν του· πατέρα μου, εἴμεθα παιδιά σου, καὶ μὴν μᾶς παραβλέπης, καὶ ἂς ἐνθυμηθῶμεν τὶ μᾶς ἔκαμεν ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος, καὶ τώρα πάλιν θέλουν νὰ μᾶς καβαλικεύσουν. Ἐπειδή λοιπὸν εἶναι εἰς τὸ χέρη σου, τὸ ἀφιερόνω, καὶ τελείωσέ το πρός εὐχαρίστησιν, καὶ ἐδικήν μου καὶ τοῦ ἀδελφοῦ Κολιόπουλου. Μένω, θεῖε μου, βέβαιος ὅτι δὲν θέλει μᾶς κακοκαρδίσῃς, καὶ οὕτως ἀναχορῷ μὲ τὴν εὐχήν σου.
ἀπὸ Μοναστήρι τῇ 8 Ἀπριλλίου
1827 μία ὅρα τῆς νυκτός.
ὁ υἱός σου
Νικήτας σταματελόπουλος
Πατέρα μου, σοῦ ὁμίλησα καὶ ἐκ στόματος ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκστρατεύσῳ ἥσυχος ἐπιθυμῷ διὰ νὰ μὲ ἀποκριθῇς εἰς ὅσα σοῦ ὁμίλησα καὶ ἄνωθεν σοῦ γράφω, διὰ νὰ γνωρίζωμεν ἂν εἶναι παιδιά σου ἐγώ ὁ Νικήτας, ὁ Κολιόπουλος καὶ ὁ Γεναῖος καὶ μὲ τὸν ἴδιον ὁποῦ στέλνω τὸ παρόν μου [ἂς λά]βω τὴν ἀπόκρισιν.
[πλαγίως, ἀπὸ τὸ ἴδιο χέρι:]
Σοῦ ένθυμήζω, πατήρ μου, ὅτι τὰ Ζαχαρόπουλα εἶναι παιδιὰ καὶ ἀδελφοί μας, καὶ ἡ ὑπόληψις ἐκεινῶν εἶναι ἰδική σου καὶ ἰδική μου καὶ ὅλου μας [τοῦ] ὁσπητίου, ὅθεν νὰ διαφεντέψῃς τὴν ὑπόληψίν των χωρὶς νὰ ἀφίσῃς νὰ μεταχειρισθῇ ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος τὰ καπριτζιά του.
[ἐπὶ τοῦ νώτου :]
Ν. Σταματελόπουλος Μοναστ[ήρι]
τῇ 8 Ἀπριλλίου