Αρχειακός Τόπος Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Ἐπιστολὴ τοῦ Βασίλειου Πετιμεζᾶ πρὸς ἄδηλο παραλήπτη, στὴν ὁποία ἀναφέρεται σὲ ἄλλη ἐπιστολὴ ποὺ εἶχε λάβει ἀπὸ τὸν «αὐτάδελφο» Γκολφίνο Πετιμεζᾶ, ἐνημερωτικὴ γιὰ ὅσα συνέβαιναν στὴν ἐπαρχία μὲ τὸ προσκύνημα τῶν χωριῶν. Ο Βασ. Πετιμεζᾶς διατυπώνει τὴν ἄποψη πὼς σὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση εἶναι ἀναγκαία «ἡ αὐστηρότης καὶ ἡ παιδεία». Δηλώνει πὼς εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀναχωρήσει γιὰ τὸν Ἅγιο Βλάση καὶ ζητᾶ νὰ ἐνημερωθεῖ σχετικὰ ὁ Γενικὸς Ἀρχηγός. Ἐνημερώνει, ἀκόμη, γιὰ τὶς κινήσεις τοῦ Χρύσανθου Σισίνη πρὸς τὴ Δίβρη. Στὸ ὑστερόγραφο ἀπὸ ἄλλο χέρι προστίθεται πώς, μόλις φτάσει στὸν Ἅγιο Βλάση, θὰ στείλει εἰδοποίηση, γιὰ νὰ ὀργανώσουν τὶς κινήσεις τους καὶ νὰ μὴν «πάθουν καὶ ἄλλη ντροπὴν καὶ τοὺς καταγελοῦν οἱ τουρκοκαθάρτες [sic]». Τὸ ζήτημα τῆς μετακίνησης τοῦ Βασ. Πετιμεζᾶ θὰ πρέπει νὰ σχετίζεται μὲ τὸ αἴτημα, τῆς ἴδιας ἡμέρας, τῶν Ἀνδρέα Λόντου, Μπενιζέλου Ρούφου καὶ Σωτήριου Θεοχαρόπουλου πρὸς τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη νὰ παραμείνει ὁ Βασ. Πετιμεζᾶς μὲ τὸν Δημήτριο Πλαπούτα καὶ νὰ μὴν μεταβοῦν στὸν Ἅγιο Βλάση, «διὰ νὰ μὴν λάβουν αἰτίαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ παραπονοῦνται» (βλ. σχετ. [954]). Σὲ ἄλλη προσθήκη δηλώνει πὼς οὔτε τὴν ἑπομένη θὰ ξεκινήσει γιὰ τὸν Ἅγιο Βλάση, κάτι τὸ ὁποῖο φαίνεται ὅτι τελικὰ ἄλλαξε, ἀφοῦ ἀπὸ τὸ σχετ. [956] γνωρίζουμε πὼς στὶς 19 Ἰουλίου συνενώθηκε ἐκεῖ μὲ τὸ σῶμα τοῦ Κωνσταντίνου Γκίκα.

Προηγούμενες Εκδόσεις: Αδημοσίευτο

Βλ. Σχετικά: 0954, 0956

Ἐξοχώτατε ἀδελφέ Καὶ πρὸ μιᾶς ὥρας σᾶς ἔγραφα μὲ τὸν ἴδιον ἐπίτηδες ὁποῦ μὲ ἐστείλατε εἰδοποιῶντας σας τὰ ἕως τότε, ἤδη λοιπὸν ἔλαβα τὸ περικλεισμένον ἀπὸ τὸν αὐταδελφόν μου Γκολφῖνον ἀπὸ τὸ ὁποῖον πληροφωρίσαι· δώσε καθαρὰν πίστιν εἰς τὰ γεγραμμένα του, καὶ νὰ εἶσαι βέβαιος ὅτι μὲ τὰ φαινώμενα τῶν Ἁγίων Βλασίτων καὶ λοιπῶν χωρίων τραβῶντας τὰ πράγματά τους, θέλει μᾶς τοὺς φέρουν τοὺς Τούρκους· ὅθεν ἐγὼ ταύτῃ τῇ ὥρᾳ ἀπέρχωμαι εἰς τὸ στρατόπαιδον ἕως νὰ σωματοθῶμεν καλὸς καὶ μὲ τοῦ στρατηγοῦ Χρήσανθου Σισίνη τὰς δυνάμεις, καὶ Κουμανέων καὶ οὗτως νὰ ἀπέλθωμεν εἰς τὸν Ἅγιον Βλάση. Ὅθεν καὶ ἡ ἐξοχότη σου εἶναι κάλιστον διὰ νὰ μίνης ἔτι ὀλίγον αὐτοῦ ἕως νὰ τοποθετηθοῦμεν ὅλλα τὰ ὅπλα, ὡς κατὰ ὥρας κατασκορπισμένα καὶ νὰ μήν ἀκολουθήσῃ τὸ ἀπευκταῖον καὶ δέν προφθάνεται ἡ βοήθεια. Ἀδελφέ! εἰς ὅλον τοῦτο τὸ μέρος κολακία καὶ ταπεινότητα δέν χρειάζεται, ἀλλὰ ἡ αὐστηρότης καὶ ἡ παιδία εἶναι ὁ σωφρονισμὸς τους· καὶ στοματικῶς σᾶς τὸ ἴπα, καὶ ἐνγράφως σᾶς τὸ κυρίττω καὶ ἐνθυμίσου· ὅθεν θέλεται τὰ ἰδῆ καὶ ὀφθαλμοφανῶς νὰ δώσεται πίστην εἰς τὰ λόγια μου. Ἐγὼ ὅμως ἐξακολουθῶ εἰς ὅλλα διὰ νὰ μήν μὲ ὑπήται ἕτιον, καὶ ὅτι πάθος θρέφω πρὸς αὐτούς. Εἰδοποίησε τὸν Γ(ενικὸν) Ἀρχηγὸν περὶ τούτων ὅλων ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἐτιμάσθην διὰ νὰ ἀναχωρίσω. Ἀς μὴ λύπουν συχνὰ τὰ γράμματά σας, μὲ τοὺς ἐπίτηδες καθὼς καὶ τὸ ἴδιον ἀκολουθῶ. Βλέπεται πρὸς τούτοις ὅτι καὶ ὁ στρατηγὸς Χρήσανθος Σισίνης ὑπάγη εἰς Δίβρην πρὸς ἀντάμωσιν τοῦ αὐταδέλφου του καὶ ἄμποτες νὰ ἐλευθερωθη και ἀσπάζοντὰ σας μένω. τῇ 18 Ἰουλίου 1827 Κούτελη ὁ ἀδελφὸς βασίλειος πετιμεζᾶς [ἀπὸ ἄλλο χέρι:] ἡ ἀργιτά μου ἐδὸ ἦτον διὰ νὰ μη τραβίξο τὸν κόπον ἀπουπάνου διὰ νὰ πάου ριτὸς ἀπεδὸ εἰς Ἅγιον Βλάσην, ὅθεν καθῶς βλέπο θέλη εἰπάου καὶ φθάσας ἐκὶ θέλη σας γράψο διὰ νὰ ρεγουλαρίσεται ἀδελφὲ τὰ μετακινίσματὰ μας ἦνε ὅλα διὰ νὰ πάθομεν καὶ ἄλη ντροπήν καὶ μᾶς καταγελοῦν η τουρκόκαθάρτες καθὼς ὅλο ἕνα τὸ βλέπο καὶ πάρτε μέτρα διὰ νὰ μήν ἀπατιόστε εὐχόλως. Τοὺς ὅσους ἐνέχιρον ἔχετε νὰ τοὺς βαστίτε καλὰ διὰ νὰ μήν σᾶς κάνουν καμιά <ζημιά> [20]. Γράψε καὶ τού Γέρου νὰ λάβη μέτρα. Καὶ ἐγὸ τὸ γνορίζο και όπος ἀγαπάτε κάμετε ὁ ἥδιος [προσθήκη ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ συντάκτη τῆς ἐπιστολῆς:] Νομίζω οὗτε αὔριον δέν ὑπάγω εἰς Ἅγιον Βλάση. [στὸ ἄνω περιθώριο, ἀπὸ ἄλλο χέρι καὶ ἄλλο μελάνι:] 1827
Λήψη Αναφοράς