Αρχειακός Τόπος Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Ἐπιστολὴ τοῦ Δημήτριου Μελετόπουλου πρὸς τὸν Γενικὸ Ἀρχηγὸ Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, μὲ τὴν ὁποία ἐπαναλαμβάνει ὅσα καὶ μὲ προηγούμενη ἐπιστολή του, τῆς 19ης Ἰουλίου, εἶχε γράψει γιὰ τὴ μάχη ἔξω ἀπὸ τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου (βλ. καὶ σχετ. [958]). Στὴν παρουσα κάνει ἐκτενὴ ἀναφορὰ στὶς ἀπώλειες καὶ τῶν δύο πλευρῶν, καὶ ἀναφέρεται σὲ συγκεκριμένους Ἕλληνες ὁπλαρχηγοὺς ποὺ πέθαναν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς μάχης. Ἀκόμη, ἀναφέρει πὼς οἱ στρατιῶτες ποὺ βρίσκονταν ἐντὸς τοῦ μοναστηριοῦ, λόγω ἔλλειψης πολεμοφοδίων τὸ ἐγκατέλειψαν καὶ μετέβησαν στὴν Ἀράχοβα (σημ. Κρήνη). Ἐπισημαίνει τὸ πρόβλημα τῶν λιποταξιῶν, τὸ ὁποῖο ὀξύνεται συνεχῶς. Ζητᾶ νὰ ἀποσταλεῖ ὁ Βασίλειος Πετιμεζᾶς ἢ ὁ Δημήτριος Πλαπούτας (Κολιόπουλος) ὡς ἐνισχύσεις, ὅπως ἐξάλλου εἶχε κάνει καὶ τὴν προηγούμενη ἡμέρα (βλ. σχετ. [960]). Στὸ τέλος τῆς ἐπιστολῆς, διαμαρτύρεται πρὸς τὸν Θεόδ. Κολοκοτρώνη γράφοντας γιὰ καθυστερήσεις του: «Δὲν βλέπω τέλος πάντων τὰ πράγματά σας μὲ δραστηριότητα». Στὸ ὑστερόγραφο, ἀκόμη, μεταφέρει τὴν πληροφορία πὼς οἱ ἐχθροὶ βρίσκονταν στὸν κάμπο τῆς Βοστίτσας. Ἡ φράση «κινδυνεύομεν νὰ γίνωμεν Ἅγιοι Ἠλιάδες», ἀναφερόμενη στὴν ἀνέγερση ναΐσκων Προφήτη Ἠλία σὲ κορυφὲς βουνῶν οὐσιαστικὰ δηλώνει τὴν ἀδυναμία τους νὰ ἀντιμετωπίσουν τοὺς ἐχθροὺς λόγω ἔλλειψης πολεμοφοδίων. Στὴν πρώτη ἔκδοση μεγάλο τμῆμα τῆς ἐπιστολῆς παραλείφθηκε λόγω τοῦ περιεχομένου του.

Προηγούμενες Εκδόσεις: Ὑπομνήματα, σ. 513-514.

Βλ. Σχετικά: 0915, 0921, 0922, 0923

Ἐκλαμπρότατε Γενικὲ Ἀρχηγέ! Χθὲς πρωΐ μ’ ἐπίτηδες πεζὸν σᾶς ἐξιστόρησα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς κατὰ Ἁγιάννην μάχης, περικλείοντάς σας καὶ τὸ πρός ἐμὲ γρᾶμμα τοῦ ἀντιστρατήγου Φεϊζοπούλου, διαλαμβάνον περὶ αὐτῆς. Ἐπαναλαμβάνων καὶ ἤδη σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἡ εἰς τὸ ταμποῦρι ὅπερ ἦτο ἔξω τοῦ μοναστηρίου ἐκυρίευσαν οἱ ἐχθροί. <Ἡ> ὁρμὴ των, ἦτον ἀπαραδειγμάτιστος. Ἀφ’ οὗ τὸ τακτικόν τους συμποσούμενον εἰς τρεῖς φάλαγγας ἕως ἑξακοσίων, ὥρμησαν εἰς αὐτὸ τρεῖς φοραῖς, καὶ ἀπὸ τὴν ἀδιάκωπον φωτιὰν τῶν ἡμετέρων τρεπόμενοι εἰς ἀταξίαν δὲν ἠδύνατο νὰ προοδεύσῃ, τὴν τετάρτην φορὰν κτυπῶντας τους ἀφειδῶς ὄπισθεν, ἔκλεισαν τὰ ὄμματὰ των, καὶ ἔπεσαν ὅλοι εἰς αὐτό, ὥστε ἐπιάσθησαν ἀραπάδες καὶ χριστιανοὶ μὲ τὰ χέρια, οἱ μὲν μὲ τὰ κοντάκια εἰς τάς χεῖρας ἐκτύπων ὁμοῦ καὶ γιαταγάνια ὅσοι εἶχον, οἱ δὲ μὲ τάς χάρπας ἐτρύπων, ὥστε ὁποῦ ἐκεῖ ἐθυσιάσθησαν ἡρωϊκῶς ὅλοι οἱ ἐν ἐκείνῳ τῷ ταμπουρίῳ ἐδικοὶ μας διασωθέντες ὀλίγοι ἐξ αὐτῶν, καὶ αὐτοὶ κατατροπημένοι ὁ καθείς εἰς τρία τέσσαρα μέρη. Ἐκεῖ ἧτον ὁ μακαρίτης Γεωργομωραΐτης θῦμα γενόμενος μετ’ ἄλλων εἰκοσιπέντε στρατιωτῶν ἐδικῶν μου· ἐκεῖ ὁ Ἀντώνιος Μωσαΐτης, Βασίλης Γκουριώτης, Μῆτρος Πελήτζης ἀπὸ Ντούσια, καὶ Χρῆστος Ζαχολίτης, θυσιασθέντες καὶ αὐτοὶ μὲ τούς μετ’ αὐτῶν στρατιώτας, ὥστε ὁ ἀριθμὸς ὅλων τῶν ἐκεῖ πεσόντων φθάνει ἄχρι τῶν ἑξήκοντα. Ἐκεῖ μεταξύ των μακελοκομμένοι εὑρέθησαν ὑπέρ τῶν πεντήκοντα Ἀράβων, καὶ τὰ τουφέκια καὶ γιαταγάνια τῶν Ἑλλήνων ὅλα συντετριμμένα, καὶ σχεδὸν ἐκ τῶν ἡμετέρων αὐτοὶ οἱ ἑξήκοντα ἐφονεύθησαν, ἐκ δὲ Τουρκῶν ἐβεβαιώθημεν μὲ καθαρὰν πληροφορίαν παρὰ τῶν τουρκοπροσκυνημένων εὑρισκομένων μετὰ τῶν Τούρκων εἰς τὴν ἰδίαν μάχην, ἐφονεύθησαν ὑπέρ τῶν τριακοσίων πεντήκοντα, τῶν ὁποίων εἶδον ἄνθρωποι ἤδη καὶ τὰ πτώματα καὶ τὰ μνημεῖα, τὰ ὁποῖα ἔκαμαν μακρὰν τοῦ μοναστηρίου εἰς χωράφιόν του, ἐπειδὴ κυριεύσαντες τὸ ταμποῦρι ἐκεῖνο, ἐδοκίμασαν καὶ κατὰ τὸ μοναστήριον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐφιλεύθησαν ὡς ἔπρεπε, καὶ οὔτως ἀνεχώρησαν. Οἱ ἡμέτεροι δὲ ὑστερούμενοι ἐν τῷ μοναστηρίῳ τροφῶν καὶ τὸ περισσότερον τζεπχανέδων (παρ’ ὧν τοσάκις σᾶς ἔγραψα καὶ εἰσέτι ἄχρι τῆς παρούσης δὲν εἶδον ) [24] καὶ ὑποπτευόμενοι μήπως οἱ τουρκοπροσκυνημένοι ὁδηγήσουν τούς Τούρκους καὶ ἐκ δευτέρου κατ’ αὐτῶν, ἐξῆλθον τοῦ μοναστηρίου καὶ ἦλθον χθές εἰς Ἀράχοβαν καὶ συνεσωματώθησαν ὅλοι. (Οἱ Κορίνθιοι ὅμως ἀνεχώρησαν καὶ ἀναχωροῦν ἀδιακόπως ὡσὰν ὁποῦ τὸ +κε..άλεσιο+ τους ἀνεχώρησε πρῶτον, περὶ οὗ καὶ προμαντεύσας σᾶς ἔγραψα ἰδιαιτέρως νὰ μὴ τῷ δωθῇ ἡ ἄδεια τῆς ἀναχωρήσεως καὶ μόλις οἱ ἐδῶ +εἰ..το+ Κορίνθιοι νὰ εὑρίσκωνται πεντακόσιοι, καὶ ἕως αὕριον δὲν ἠξεύρω πόσοι θὰ μείνουν. Μάλιστα ὁ ἀρχηγὸς των ἐπὶ τοῦ ἀναχωρισμοῦ του ἐπῆρε τριακόσιους ἐξ αὐτῶν τούς ἐπιλέκτους τούς ὁποίους διεύθυνε διὰ νυκτὸς ἀπὸ τὸ κάτω μέρος, καὶ ὁ ἴδιος μὲ ὀλίγους ἀπέρασεν ἀπὸ τὴν ἐκλαμπρότητὰ σας καὶ τέλος πάντων ἕως νὰ φθάσου<ν> τὰ Καρυτινὰ στρατεύματα ἀναχωροῦν τὰ Κορινθιακὰ καὶ εὑρισκόμεθα πάντοτε εἰς τὰ ἴδια. Καὶ ἡμεῖς λοιπὸν ἐνταῦθα ὀλίγοι ὄντες ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τοῦ ἐχθροῦ δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπάγωμεν εἰς ἀντιπαράταξιν, δι’ ὅ ἀνάγκη μεγίστη νὰ μᾶς στείλετε τὸν στρ(ατηγὸν) Βασίλη Πετιμεζᾶν μὲ τὸν Ζιζικόπουλον νὰ ἔλθωσιν τὸ ὀγληγορώτερον ἤ τὸν στρ(ατηγὸν) Κολιόπουλον ἤ διατάζετέ μας νὰ ἔλθωμεν καὶ ἡμεῖς αὐτόσε νὰ συσσωματωθῶμεν ὅλοι νὰ πάρωμεν κατὰ σειρὰν τούς τουρκοπροσκυνημένους νὰ τούς δώσωμεν τὸ νιζάμι πρῶτον καὶ μαζὺ ὅλοι νὰ κινηθῶμεν κατὰ τῶν Τούρκων. Ὑστερούμεθα ἐνταῦθα καὶ τροφῶν ἐπειδὴ ὄπισθεν μᾶς ἐμποδίζονται αἱ δεκατίαι τῶν χωρίων ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν καὶ Γεώργην Κῆτζον. Δὲν βλέπω τέλος πάντων τὰ πράγματά σας μὲ δραστηριότητα καθὼς πρέπει, καὶ ὡς υἱός σας σᾶς λέγω τὴν ἀλήθεια καὶ ὡς πατήρ μου ἔχετε δίκαιον, καὶ νὰ μᾶς ἐπιπλήξετε καὶ νὰ μᾶς δείῤῥετε ἀκόμη, τὸ ὁποῖον δέχομαι εὐχαρίστως καὶ μένω εὐσεβάστως. Τῇ 20 Ἰουλίου 827 Δ. Μελετόπουλος [πλαγίως:] Οἱ Τοῦρκοι εὑρίσκονται εἰς τὸν κάμπον πρὸς τὴν Βοστίτσαν χωρίς κίνημα ἕως τώρα. Ἡμεῖς δὲ ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν φυσεκίων κινδυνεύομεν νὰ γίνωμεν Ἅγιοι Ἡλιάδες. [ἐπιγραφὴ διεύθυνσης:] Πρὸς τὸν ἐκλαμπρότατον Γενικὸν Ἀρχηγὸν τῶν Πελοποννησιακῶν στρατευμάτων κύριον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην Εἰς Κυρίτζοβαν [ἀντιστρόφως:] Ἀρ. 328 Δημ. Μελετόπουλος
Λήψη Αναφοράς