Περίληψη
Ἐπιστολὴ τοῦ Ἰωάννη (Γενναίου) Κολοκοτρώνη πρὸς τὸν πατέρα του Θεόδωρο, μὲ τὴν ὁποία τὸν ἐνημερώνει ὅτι μετὰ τὴ νίκη τοῦ Δημήτριου Πλαπούτα στὴν Καυκαριά, τὸ σῶμα του μετέβη στὰ Δουμενά (βλ. σχετ. [995]). Τὸν πληροφορεῖ, ἐπίσης, ὅτι οἱ ἐχθροὶ λεηλατοῦν καὶ καῖνε τὰ χωριὰ τῆς ἐπαρχίας Βοστίτσας καὶ πῆραν καὶ τὴ σταφίδα «ἕτοιμη» ἀπὸ τὰ ἁλώνια τῶν κατοίκων. Ἐνημερώνει ἐπιπλέον πὼς ἔφτασε πρὸς ἐνίσχυση τοῦ Δημ. Πλαπούτα μαζὶ μὲ τὸ σῶμα τοῦ Χρύσανθου Σισίνη. Ὁ Γενναῖος κάνει ἰδιαίτερη ἀναφορὰ στοὺς Καρυτινοὺς στρατιῶτες ποὺ φεύγουν ἀπὸ τὸ στρατόπεδο, δηλώνοντας ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς ἐμποδίσει καὶ φανερώνει τὴν πρόθεσή του νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν περιοχή. Στὸ ὑστερόγραφο δικαιολογεῖ τοὺς Καρυτινοὺς στρατιῶτες ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὴν ἐπαρχία Καλαβρύτων, καθὼς «ἀπέκαμαν» καὶ πλήρωσαν τὰ ἔξοδα αὐτῆς τῆς ἐκστρατείας ἀπὸ τὴν ἐπαρχία τους. Στὸ τέλος τοῦ ὑστερογράφου σημειώνει τὴ διαφωνία ποὺ εἶχε μὲ τὸν θεῖο του Δημ. Πλαπούτα, σχετικὰ μὲ τὴν ἀναχώρηση τοῦ σώματός του ἀπὸ τὴν περιοχή (βλ. καὶ σχετ. [998]).
Προηγούμενες Εκδόσεις: Αδημοσίευτο
Βλ. Σχετικά:
0995, 0998
Σεβαστὲ μου πάτερ!
Ὁ θεῖος μου ἀφοῦ ἔκαμεν ἐκείνην τὴν νίκην κατὰ τὸν Καυκαριὰ τὸ ἀπερασμένον Σάββατον, τὴν ἰδίαν νύκτα στενοχωρημένος ἀπ’ ὅλα τὰ μέσα ἀνεχώρησε καὶ ἦλθαν εἰς Ντουμενά. Οἱ δὲ ἐχθροὶ στοχασθέντες ὅτι ἔκαμε κατὰ τὴν Παρασκευήν, ἐπροχώρησαν ἐκεῖ καὶ ἔπεσαν εἰς τὴν Βοστίτζα. Ὅσα δὲ χωρία προσκυνημένα καὶ μή, εὗρεν εἰς τὸν δρόμον του, ὅλα τὰ ἔκαυσε, καὶ αἰχμαλώτισε πολλοὺς ἐξ αὐτῶν. Τὴν σταφίδα ὅσην εἶχαν συναγμένην οἱ χριστιανοὶ εἰς Βοστίτζαν ἀπὸ τὰ ἀνεμείναντα μέ[σα] ἐκυρίευσεν ὅλην οὗσα ἕτοιμος εἰς τὰ ἁλώνια. Ἐκεῖθεν λοιπὸν ἐπροχώρησεν καὶ εἰς Διακοφτό, ὅπου τοῦ ἀντιστάθησαν οἱ ἐκεῖ εὑρεθέντες Γε[ώρ]γης Κίτζου καὶ Παναγ. Νοταρᾶς, ἀλλ’ ὡς μανθάνομεν μὴ δυνηθέντες [νὰ] τὸν πολεμήσουν περισσότερον ἀνεχώρησαν. Ἐγὼ ἦλθον μὲ τὸν Σισίνην καὶ λοιποὺς ὁπλαρχηγοὺς σήμερον εἰς ἐνδυνάμωσιν τοῦ θείου μου κατὰ τὰ Ντουμενά, τὸ δὲ [[σῶμ]] στράτευμά μας τὸ ἀφήσαμεν εἰς Κέρτεζην. Ὁμιλήσαμεν μετ’ αὐτοῦ πολλά, ὅμως ἴδον ὅτι εἶμαι ὄχι τόσον ἀναγκαῖος εἰς ταῦτα τὰ μέρη καὶ ἀπεφάσισα νὰ ἀναχωρήσω διὰ τὰ αὐτόσε, ἐπειδὴ ὁ θεῖος μου ἀπὸ τοὺς Λιοδωρίσιους μόλις 150 ἔχει, οἱ δὲ λοιποὶ ἀνεχώρησαν, τὸ ὁποῖον τοῦτο μανθάνοντες καὶ οἱ ἐδικοί μου ἀναχωροῦν καθημερινῶς χωρὶς νὰ δυνηθῶ νὰ τοὺς ἐμποδίσω, γνωρίζων ὅτι ἔχουν δίκαιον. Ὁ θεῖος μου δὲν ἠθέλισε νὰ μοῦ δώσῃ περὶ τοῦ ἀναχωρισμοῦ μου γνώμην. Ἐγὼ τὸ ἀπεφάσισα διὰ τὰς ἀνωτέρω αἰτίας καὶ ἀναχωρῶ κατ’ αὐτὰς διαλυ[ον]τας τοὺς Καρυτινούς. Οἱ Καρυτινοὶ ἔχουν δίκαιον καὶ μεγάλον, ἐπειδὴ μὲ μόνους αὐτοὺς ἔμεινα. Ὁ Σισίνης μόλις καμμιὰ πενηνταριὰ ἔχει, ὁ [...]μανιότης ἕως 30 [[ὁ δε]] ὁ Ἀποστόλης σχεδὸν 60. Λοιπὸν οἱ Καρυτινοὶ ἀπηύδησαν τόσον καιρόν, καὶ δικαιοῦνται νὰ ἀναχωρήσουν. Ὁ θεῖος μου ὑπάγει πρός τὸ μέρος τοῦ Διακοφτοῦ νὰ παρατηρήσῃ τὰ τῶν ἐχθρῶν καὶ θέλει σὲ γράψει καὶ ὁ ἴδιος στοχάζομαι ἀκολούθως δι’ ὅσα τὸν γράφεις καὶ δι’ ὅσα ἄλλα ἀναγκαῖα. Ἐγὼ ἐρχόμενος μετ’ ὀλίγας αὐτοῦ, κ[ρί]νω περιττὸν νὰ σοῦ ἐκτανθῶ δι’ ἄλλα. Ἀλλ’ ἐν τοσούτῳ μένω εὐσεβάστως.
Τῇ 31 Αὐγούστου 1827
ἀπὸ Ζαχλωροῦ
ὁ υἱός σου
Ἰωάννης Κολοκοτρώνης
Οἱ Καρυτινοί, πατέρα, ἐκτὸς ὅτι ἀπέκαμαν εὑρισκόμενοι, καθὼς καὶ ἐγώ, εἰς ἐκστρατείαν ἀπὸ τὸν Φευρουάριον, ἐκουράσθησαν καὶ πληρώνωντας τὰ χωριά των ἁδροὺς μισθοὺς καὶ καταξωδεύθησαν πλέον. Λοιπὸν εἶναι καλὸν νὰ ἀναπαυθοῦν ὀλίγον. Ὅθεν διέταξε τοὺς λοιποὺς μετ’ ἐμοῦ ὁπλαρχηγοὺς τὶ νὰ κάμουν καὶ στεῖλε καὶ περὶ ἐμὲ τὴν ἄδειαν. Καὶ μὲ τὸν μακξοὺς προσμένω ἀπόκρισιν. Ἐγὼ ἐσυγχίσθην ὀλίγον μὲ τὸν θεῖον μου διὰ τὸν ἀναχωρισμόν μου, καὶ διὰ τοῦτο γράψε πρὸς ὅλους τὰ χρειώδη, ἐπειδὴ ἐγὼ ἀναχωρῶ.