Περίληψη
Ἐπιστολὴ τοῦ Ἰωάννη (Γενναίου) Κολοκοτρώνη πρὸς τὸν πατέρα του Θεόδωρο, μὲ τὴν ὁποία τὸν ἐνημερώνει ἀναλυτικὰ γιὰ τὶς κινήσεις του στὴν περιοχὴ τῆς Ἀχαΐας καὶ τῆς Ἀρκαδίας. Περιγράφει μὲ λεπτομέρειες τὶς κινήσεις τῶν ἐχθρῶν, τὸ προσκύνημα τῶν κατοίκων πολλῶν χωριῶν τῆς Κάπελης (ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Ἀντρώνι καὶ τὸ Κούμανι) καὶ τὶς δικές του ἐνέργειες γιὰ νὰ ἀποτρέψει τὴν ὑποταγή. Ἐνημερώνει, ἀκόμη, γιὰ ὅσα γνωρίζει σχετικὰ μὲ τὶς κινήσεις τοῦ Δημήτριου Πλαπούτα, ὁ ὁποῖος βρισκόταν στοὺς Πετζάκους, καὶ τοῦ Ἀρχιστράτηγου Richard Church, ὁ ὁποῖος εἶχε φτάσει στὸ Διακοφτὸ καὶ θὰ κατευθυνόταν πρὸς τὴ μονὴ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου. Τέλος, μεταδίδει τὴν πληροφορία ὅτι τὸ σῶμα τοῦ στρατηγοῦ Χρύσανθου Σισίνη διαλύθηκε καὶ ὁ τελευταῖος, προφανῶς μὲ τὰ ὑπολείμματα τοῦ σώματός του, ἀκολουθοῦσε τὸν Γενναῖο. Στὸ ὑστερόγραφο ὁ Γεν. Κολοκοτρώνης δηλώνει πρὸς τὸν πατέρα του πὼς οἱ στρατιῶτες εἶχαν κουραστεῖ νὰ βρίσκονται συνεχῶς σὲ ἐκστρατεία καὶ ζητᾶ νὰ βρεθεῖ τρόπος νὰ ξεκουραστοῦν. Προτείνει, προκειμένου νὰ μὴν παρεξηγήσει τὶς προθέσεις τοῦ ὁ R. Church, νὰ δώσει διαταγὴ ὁ Θεόδ. Κολοκοτρώνης στὸν Γενναῖο νὰ ἀποχωρήσει ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Ἀχαΐας καὶ παράλληλα νὰ μεταβεῖ σὲ αὐτὰ τὰ μέρη ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχηγός.
Προηγούμενες Εκδόσεις: Ὑπομνήματα, σ. 544-546
Σεβαστὲ μου πάτερ!
Προσμένω εἰς δύο γράμματὰ μου ἀπόκρησίν σου, καὶ εἶμαι ἀνυπόμονος νὰ τὰς λάβω ὡς ἀναγκαίας. Ἐγὼ καθὼς σοῦ προέγραψα ἐσύναξα τοὺς ἐπαρχιώτας καὶ κατὰ τὰς διαταγὰς τοῦ ἀρχιστρατήγου ὑπῆγα εἰς Κούτελην ἔνθα τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἐπληροφορήθην καὶ τὸν ἐρχομὸν τοῦ ἀρχιστρατήγου εἰς Διακοπτόν, καὶ τοὺς ἐχθροὺς εἰς τὴν Κάπελην. Ὁ θεῖός μου εὑρισκόμενος εἰς Πετζιάκους μὲ τὸ σῶμα του μὲ ἠνάγκαζεν νὰ κινηθῶμεν συμφώνως κατὰ τῶν προσκυνημένων. Ἐγὼ βλέπωντας τὴν βλάβην τὴν ὁποίαν οἱ ἐχθροὶ ἐπροξένουν εἰς τὰ μέρη τῆς Κάπελης, καὶ βεβαιωθεὶς ἐν ταυτῷ ὅτι ἀπ’ ἐκεῖ ἤθελεν ἀπεράσει εἰς τὴν Περαμερ͜ιάν καὶ Λιοδώραν, ἐξεκίνησα ἀμέσως καὶ ἔφθασα τὸ ἑσπέρας εἰς Τριπόταμα. Οἱ ἐχθροὶ ἦσαν τεντομένοι εἰς τὰ Διβρέϊκα ἀμπέλ͜ια καὶ ἀπειλοῦσαν τὴν Δίβρην. Οἱ δὲ Διβραῖοι ἔδωσαν λόγους προσκυνησμοῦ καὶ ἐτελείωσαν τὰς συμφωνίας των, ὁμοίως καὶ ὅλα τὰ χωρία τῆς Κάπελης ἐκτὸς τῶν Κουμανέων καὶ Ἀντροναίων τοὺς ὁποίους ἐγύμνωσαν ἀπὸ ὅλα τὰ ὑπάρχοντὰ των, μείναντες μὲ τὰ σώματα ξηρά. Τὸ κακὸν τοῦτο ἔφθασε εἰς τὸ Βιδ͜ιάκι, δὲν ἐπρόφθασεν ὅμως νὰ τελειώσῃ, διότι ἐγὼ ἔφθασα ἀμέσως ἐκεῖ καὶ ἐμποδίσθη τὸ κακόν. Οἱ ἐχθροὶ μολονότι εἰς διάστημα τουφεκίου μᾶς ἔβλεπον τούτην τὴν μερ͜ιάν, δὲν ἐτόλμησαν ὅμως νὰ ἔλθουν κατ’ ἐπάνω μας, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡμεῖς ἠδυνάμεθα νὰ τοὺς κτυπήσωμεν διότι δὲν μᾶς ἐσύμφερεν ὁ τόπος. Τὴν ἐπερχομένην ἐκίνησαν οἱ ἐχθροί, ἀφοῦ τὴν ἰδίαν νύκτα ἔστειλα τριακοσίους καλοὺς στρατιώτας, καὶ τοὺς ἐκτύπησαν εἰς ταῖς φωτιαῖς καὶ διέβαινον διὰ τῆς Κάπελης εἰς τοῦ Λάλα. Δὲν ἐτόλμησαν νὰ ἀπεράσουν κατὰ τὸ σχέδιὸν τους ἀπὸ τὸ γεφύρι τοῦ Βιδ͜ιακίου προς τὴν Περαμερ͜ιάν, διότι οἱ Ἕλληνες τοὺς ἐκτύπησαν. Τοὺς ἐκτύπησαν καὶ ἀπὸ τὰ ὀπίσθια φονεύσαντες 25. Συνέλαβον τρεῖς ζῶντας καὶ δύο ἄτια. Οἱ ἐμπροσθοφυλακὴ τους ἔφθασαν εἰς Νεμούταν τὴν ὁποίαν καύσαντες ἠθέλησαν ν’ ἀπεράσουν ἀπὸ τὸ γεφύρι τῆς Νεμούτας, ἀλλὰ εὑρεθέντες ἐξ ἐπίτηδες οἱ Νεμουτ͜ιάνοι καὶ ὁ Παπαγεωργάκης παρ’ ἐμοῦ ἀπεσταλθέντες εἰς τὰ ἐκεῖ, τοὺς ἐκτύπησαν καὶ ὀπισθοδρόμησαν. Ἐκοιμήθησαν λοιπὸν ἀπόψε εἰς τοῦ Λάλα, καὶ φαίνεται τὸ κατὰ τῆς Λ͜ιοδώρας σχέδιόν τους βλέπωντες τὸ στράτευμὰ μας, ἐματαιώθη. Σήμερον πληροφορούμεθα, ὅτι θέλει τραβίξουν διὰ τὸν κάμπον, καὶ τοῦτο εἶναι βέβαιον. Ἡμεῖς εὑρισκόμεθα ἐδὼ καὶ ἀφοῦ οἱ ἐχθροὶ ἀπεράσουν εἰς τὸν κάμπον θέλει τραβήξομεν διὰ τὴν Δίβρη, τὴν ὁποίαν ἐκρίνομεν ἀναγκαῖον νὰ ζητήσωμεν διαταγὴν τοῦ ἀρχιστρατήγου καὶ νὰ τὴν καύσωμεν, ἐπειδὴ τὸ παράδειγμα αὐτῆς, θέλει ἐπιφέρει καὶ πολλὰ ἄλλα κακά, διότι εἶναι ἓν σημαντικὸν μέρος, καὶ οἱ ἄνθρωποι ὅλοι εἶναι μὲ ἰδέαν καὶ προκομμένοι, ὥστε ὁ ἁπλοῦς λαὸς βλέπωντάς τους μὲ τοιαῦτα ὀλέθρια πνεύματα, ἡμποροῦν εὐκόλως νὰ ἐνδώσουν εἰς τὸ κακόν. Ὁ στρ(ατηγὸς) Χ. Σισίνης εὑρίσκεται μαζύ μου, τὸ στράτευμά του ἐξ αἰτίας τῶν ἐχθρῶν διελύθη καὶ ἤδη ἀκολουθεῖ μετ’ ἐμοῦ. Ὁ θεῖος μου ἀφοῦ ὑπῆγε κατὰ τῶν προσκυνημένων, ἐπιστρέφει ὡς μανθάνομεν πρὸς τοῦτα τὰ μέρη. Δὲν ἠξεύρω τὶ κατόρθωσεν ἐκεῖθεν νὰ σὲ ἰδεάσω. Ὁ ἀρχιστράτηγος στοχάζομαι νὰ ἔφθασε κατὰ τὸ Μ. Σπήλαιον. Ἀπὸ αὐτόθεν εἶμαι περίεργος καὶ ἐν ταυτῷ ἀνυπόμονος νὰ μὲ πληροφορήσετε τὰ τρέχοντα καὶ τὰ περὶ τοῦ ἐχθρικοῦ στόλου καὶ διὰ ἐκείνους τῶν τριῶν δυνάμεων καὶ τοῦ ἡμετέρου ποῦ εὑρίσκονται καὶ τὶ κάμνουν, καὶ ἐν τοσούτῳ μένω εὐσεβάστως.
Τῇ 22 7βρίου 1827
Μοναστηράκι
ὁ υἱὸς σου
Ἰωάννης Θ. Κολοκοτρώνης
[πλαγίως, στὴν πρώτη σελίδα:]
Πατέρα! οἱ ἐπαρχιῶται ἀπέκαμαν κινούμενοι εἰς παντοτεινὰς ἐκστρατείας καὶ πληρώνωντες ἁδροὺς μισθοὺς καὶ εἶναι πλέον καλὸν νὰ ἀπαπαυθοῦν ὀλίγον. Ὅθεν διὰ νὰ μὴ κατηγορηθῶμεν καὶ διὰ νὰ μὴ δυσαρεστήσωμεν τὸν ἀρχιστράτηγον εἶναι καλὸν νὰ μὲ προσκαλέσης εἰς αὐτὰ τὰ μέρη, καὶ ὁ ἴδιος, ἡ ἀφεντ͜ιά σου νὰ ἔλθῃς πρὸς ἀντάμωσιν τοῦ ἀρχιστρατήγου, καὶ τότε γινόμενον τὸ πρᾶγμα μὲ πολιτικὸν τρόπον, δὲν φανερώνεται ἂν ἡσυχάσουν καὶ οἱ στρατιῶται μας εἰς ὀλίγαις ἡμέραις. Τοῦτο νὰ τὸ τελειώσῃς πατέρα, διότι ἐγὼ δὲν κάθομαι.
[ἐπιγραφὴ διεύθυνσης:]
Πρὸς τὸν ἐκλαμπρότατον Γεν(ικὸν) Ἀρχηγὸν τῶν Πελοπον(νησιακῶν) Στρατευμάτων κύριον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην
Εἰς Ἁρμυρὸν
[ἀπὸ ἄλλο χέρι:]
514
Ἰωάννης Θ. Κολοκοτρώνης
ἐγρ. 7βρίου 22 1827 Μοναστηράκι
ἐλήφθη 7βρίου 30 Καρύταινα