Περίληψη
Ἐπιστολὴ τοῦ Νικόλαου Σπηλιάδη πρὸς τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, στὴν ὁποία ἀρχικὰ ἀναφέρεται στὸν τρόπο ἐπικοινωνίας καὶ στὰ προβλήματα ποὺ ὑπάρχουν μὲ ἐπιστολὲς ποὺ δὲν φτάνουν στὸν προορισμό τους, γι’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνει τὸ αἴτημά του ὁ Θεόδ. Κολοκοτρώνης νὰ στέλνει δικό του ἄνθρωπο ὡς κομιστὴ τῆς ἀλληλογραφίας (βλ. καὶ ἔγγρ. [1027]). Στὴ συνέχεια, μεταφέρει πληροφορίες γιὰ τὶς ἐξελίξεις στὴν ἐκστρατεία τῆς Χίου, στὴ Δυτικὴ Στερεὰ Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀποτυχία τοῦ Νικόλαου Κριεζιώτη στὸ Τρίκερι (βλ. σχετ. [1048]). Ἀναφέρει, ἀκόμη, ὅτι οἱ «ἐν Ἀθήναις ἐχθροὶ πεινοῦν» καὶ ἐνημερώνει πὼς ἐπίκειται ἡ ὀργάνωση πολιορκίας τῆς πόλης. Ἐπιπλέον, τὸν πληροφορεῖ πὼς οἱ πρόσοδοι τῶν νησιῶν τοῦ Αἰγαίου πελάγους τέθηκαν σὲ δημοπρασία, ἐνῶ οἱ Πελοποννήσιοι βουλευτὲς καθυστέρησαν τὴ δημοπρασία τῶν προσόδων τῆς Πελοποννήσου μέχρι τὴν ἄφιξη τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια (βλ. Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, σ. 277). Ἀναφέρεται, περαιτέρω, μὲ ὑποτιμητικὸ τρόπο, στὸν Ρήγα Παλαμήδη· φαίνεται ὅτι ὁ Θεόδ. Κολοκοτρώνης, λόγω παλαιᾶς οἰκογενειακῆς σχέσης, ὑποστήριζε, χωρὶς μεγάλη θέρμη, τὸν Ρήγα Παλαμήδη στὶς κοινοτικὲς ἀντιπαλότητες τῆς ἐπαρχίας Τριπολιτσᾶς (βλ. καὶ σχετ. [1014]) καὶ ὁ Νικ. Σπηλιάδης ἐκφράζει τὴ συναίνεσή του, μὲ τὴν αἰτιολογία ὅτι τελικὰ δὲν ἀποτελεῖ κίνδυνο, ἀφοῦ «εἶναι σημερινὸς» καὶ δὲν γνωρίζει ἀπὸ ἄρματα.
Προηγούμενες Εκδόσεις: Ὑπομνήματα, σ. 574-575.
Βλ. Σχετικά:
1014, 1048
Σεβαστέ μου Πατριώτα!
Ἀποκρίνομαι εἰς τὸ γράμμα σας τῶν 13 τοῦ παρόντος Δεκεμβρίου. Ἀπὸ τὸν Τζιώκρην ἔλαβον ἕνα πλοῖκον γραμμάτων σας, ἔγκλειστον εἰς ἰδικὸν του γράμμα, καὶ σᾶς ἀπεκρίθην διὰ τοῦ ἰδίου. Ὅθεν ἴσως ἐπαράπεσεν ἡ ἀπόκρισίς μου, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἔγραψα ἄλλοτε ὅτι ἦτον καλὸν νὰ στέλλετε πάντοτε ἄνθρωπόν σας διὰ νὰ μή χάνωνται τὰ γράμματα. Περὶ τῶν διατρεχόντων σᾶς γράφει ὁ Κόμης καὶ δὲν ἐπαναλαμβάνω τὰ ἴδια. Τὰ τῆς Χίου εὑρίσκονται εἰς τὸ αὐτὸ κείμενον. Ἐτελείωσαν ἔξωθεν οἱ δικοί μας μίαν ὑπόνομον καὶ ἐλπίζω νὰ κρημνίσουν ἓν μέρος τοῦ κάστρου, ὁ Κριζιώτης ἐδιαλύθη καὶ ἐπιστρέφει εἰς τὴν Σκόπελον δι’ ἔλλειψιν τροφῶν ὡς λέγουν, πλὴν θέλουν τινὲς ὅτι θὰ ἐπιστρέψει πάλιν ὀπίσω. Δὲν τὸ πιστεύω. Οἱ ἐν Ἀθήναις ἐχθροὶ πεινοῦν καὶ μελατᾶται νὰ σταλῶσι στρατεύματα εἰς πολιόρκησιν. Λάβετε τὸ ἔγκλειστον ἀπὸ τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα, ἐκεῖ θριαμβεύουν οἱ Ἕλληνες, ἐπῆραν τὸ Βασιλάδι, πολιώρκησαν τὸ Ἀνατολικόν, ἴσως δὲν σᾶς λανθάνουν τὰ τρέχοντα. Ὁ Σουλτάνος δείχνει τὴν αὐτὴν ἐπιμονήν, ὁ Κύριος νὰ ἀπαλύνῃ τὸν θυμὸν του. Αἱ πρόσοδοι τοῦ Αἰγαίου Πελάγους ἐκτέθησαν ὅλαι εἰς δημοπρασίαν, ἡ κυβέρνησις ἐζήτησεν καὶ προσόδους τῆς Πελοποννήσου, ἀλλὰ δὲν τὰς ἠξιώθη. Τὸ δικόν μας μέρος φοβούμενον τὰς καταχρήσεις δὲν τὰς ἐδώσαμεν, ἕως οὗ ἔλθει ὁ Κυβερνήτης. Περὶ τῆς Τριπολιτσᾶς δὲν ἔχω τὶ νὰ σᾶς εἴπω. Ἐγὼ σᾶς ἐθεώρησα πάντοτε καθώς ὁ ἴδιος γνωρίζετε καὶ καθὼς αἱ πράξεις μου τὸ ἀπέδειξαν, ἂν ὁ Ῥῆγας παρεκτρέπεται ἀπὸ τὸν δρόμον εὐθύτητος, λυποῦμαι, ἀλλὰ δὲν τὸν βλέπω καὶ ἐπικίνδυνον, εἶναι σημερινός, τ’ ἅρματα δὲν εἶναι δική του δουλειὰ καὶ ὁ ἴδιος τὸ ὁμολογεῖ, ἀλλὰ τὶ νὰ τὸν κάμετε καὶ αὐτόν. Τὸ κατ’ ἐμέ ἔκρινα χρέος μου ν’ ἀναφερθῶ εἰς τὸν Γ(ενικὸν) Ἀρχηγὸν καὶ κρίνω καλὸν καὶ νόμιμον ὅ,τι ἀπεφάσισεν ἡ φρόνησίς σας. Τὸ 75 φύλον τῆς ἐφημερίδος τὸ λαμβάνετε ἀκολούθως, λάβετε τώρα τὰ ἔγκλειστα. Ὁ Ἀ. Λόντος ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Ῥούμελην, λέγει ὁ ἀδελφός του ὅτι διέβη ἐκεῖ καὶ δὲν ὑπῆγεν εἰς Βοστίτζαν, ἴσως δὲν ψεύδεται. Ἐζητήθη πρὸς τὴν κυβέρνησιν δι’ ἀναφορᾶς Ῥουμελιωτῶν τινῶν, καὶ ἡ ἀναφορὰ των διευθύνεται πρὸς τὸν Ἀρχιστράτηγον. Ἐζητήθη καὶ ὁ Κολέτης νὰ συνεκστρατεύσῃ μέ ἄλλους Ῥουμελιώτας εἰς Πολιτικά, καὶ ἠθελήσαμεν νὰ τὸν συνδράμωμεν εἰς τοῦτο, ἀλλὰ δὲν τοὺς ἐτύχομεν ἔως τώρα. Ἐν τοσούτῳ σᾶς προσκυνῶ.
Ἐν Αἰγίνῃ 28 Χβριου 1827
Ὁ συμπολίτης σας
Ν. Σπηλιάδης
[ἐπὶ τοῦ νώτου:]
1827
[πλαγίως:]
Σπηλιάδης
ἐγρ(άφη) 28 10βρίου Αἴγινα
ἐλ(ήφθη) 7 Ἰανουαρίου 1828 Καρ(ύταινα)
ἀπ(όκρισις) ἔγινε