Περίληψη
Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀνδρέα Ζαΐμη πρὸς τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, μὲ τὴν ὁποία ἀπαντᾶ σὲ δύο προηγούμενες, τῆς 22ας καὶ τῆς 23ης Αὐγούστου, ποὺ δὲν σώζονται στὸ ἀρχεῖο. Ὁ Ἀνδρ. Ζαΐμης ἐκφράζει τὴ δυσαρέσκειά του γιὰ τὴ διαφωνία τοῦ Θεόδ. Κολοκοτρώνη σχετικὰ μὲ τὴν ἀποστολὴ τριμελοῦς ἐπιτροπῆς στὴ Βαυαρία. Ὁ ἐπιστολογράφος ἐξηγεῖ πὼς ἡ ἀποστολὴ τῆς ἐπιτροπῆς ἦταν αἴτημα τῶν τριῶν Ἀντιπρέσβεων, ἐνῶ τὰ πρόσωπα ποὺ θὰ τὴν ἀπάρτιζαν τὰ πρότειναν οἱ ἴδιοι. Ὁ Ἀνδρ. Ζαΐμης ἐπισημαίνει πὼς ὁποιαδήποτε ἀλλαγὴ ἢ καθυστέρηση βλάπτει τὴν Ἑλλάδα. Ἀκόμη, ἐξηγεῖ πὼς οἱ Ἀντιπρέσβεις δὲν μποροῦν νὰ ἀποδεχθοῦν ἀλλαγὴ κυβέρνησης μέχρι τὴν ἄφιξη τοῦ μονάρχη καὶ ἐπισημαίνει πὼς ἡ ἀπόφαση τοῦ Θεόδ. Κολοκοτρώνη νὰ μὴν ἀποσταλεῖ ὁ Γενναῖος στὴ Βαυαρία βλάπτει καὶ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν οἰκογένειά του. Τέλος, καθιστὰ σαφὲς πώς, μὲ βάση τὴν τελευταία συμφωνία μεταξὺ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἡ Ἀντιβασιλεία θὰ ἔλθει ἄμεσα στὴν Ἑλλάδα καὶ «δὲν μένει καιρὸς πλέον νὰ σχεδιασθῶσι καὶ νὰ σταλλῶσιν ἄλλαι ἐπιτροπαί». Στὸ τέλος τῆς παρούσης ἐπιχειρεῖ γιὰ τελευταία φορὰ νὰ τὸν πείσει νὰ μεταβεῖ στὴ Βαυαρία ὁ ἴδιος ἢ ὁ γιός του, πηγαίνοντας, ἔστω καὶ μὲ καθυστέρηση, στὴν Τεργέστη, μετὰ ἀπὸ συνεννόηση μὲ τὸν Ἀντιναύαρχο Ricord. Σὲ διαφορετικὴ περίπτωση, ἐλπίζει νὰ συγκατανεύσει στὴν ἀποστολὴ τοῦ Δημήτριου Πλαπούτα.
Προηγούμενες Εκδόσεις: Γεν. Κολοκοτρώνης, Διάφορα ἔγγραφα, σ. 39-40 ▪ Ὑπομνήματα, σ. 619.
Βλ. Σχετικά:
1096, 1097, 1098, 1099, 1100
Κύριε ἀρχιστράτηγε
Χθὲς ἀνέγνωσα τὰ ἀπὸ 22 καὶ 23 σημειωμένα γράμματά σας ἀπὸ Τριπολιτζὰν καὶ Ἄστρος. Δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς κρύψω ὅτι ἐλυπήθην, ἰδών εἰς αὐτὰ καὶ εἰς τὴν πρὸς τὴν Γερουσίαν ἀναφοράν, ὅτι δὲν ἐσυμφώνησαν τὰ φρονήματά μας, ὡς πρὸς τὴν ἀποστολήν, ἡ ὁποία ἐνεκρίθη νὰ γίνῃ διὰ νὰ προσφέρῃ πρὸς τὸν μεγαλειότατον Βασιλέα τῆς Παυαρίας τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Ἔθνους. Κύριε ἀρχιστράτηγε, ἀφ’ ἧς ἔφθασεν ὁ ταχυδρόμος τοῦ μεγαλειοτάτου Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὑποφαινόμενος ἐνόμισα, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τῶν εἰς τὸ ἑξῆς προσπαθειῶν μας δὲν πρέπει ν’ ἀποτείνεται εἰς ἄλλο, παρὰ εἰς ὅ,τι ἐσυντελοῦσεν εἰς τὸ νὰ προετοιμασθῶσι τὰ πνεύματα καὶ τὰ πράγματα εἰς τὴν ὑποδοχὴν τῆς Ἀντιβασιλείας, καὶ εὐσχήμως νὰ διαλυθῶσιν αἱ ἐνυπάρχουσαι σκηναί. Καὶ ἡ σειρὰ τῶν προδιατρεξάντων ἦτον ἀρκετὴ νὰ κάμῃ ὥστε νὰ διακριθῆ τὸ δίκαιον ἀπὸ τὸ ἄδικον ἐν καιρῷ τῷ πρέποντι. Τὰ συμμαχικὰ πλοῖα ἀπεφασίσθησαν ν’ ἀναχωρήσουν διὰ τὸ Τριέστι νὰ μεταβιβάσωσι τὴν Ἀντιβασιλείαν, καὶ οἱ κύριοι ἀντιπρέσβεις ὡς ἐξ ἑνὸς στόματος ἐσυμβούλευσαν τὸ νὰ διορισθῇ μὲ τὴν μεγαλητέραν ταχύτητα μία ἐπιτροπή, καὶ εὐηρεστήθησαν οἱ ἴδιοι νὰ ὀνομάσουν τὰ μέλη τῆς ἰδίας, κατὰ συνέπειαν ἑνὸς γράμματος τοῦ στρατηγοῦ Ἐειδέκ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ μέρος τῆς Ἀντιβασιλείας. Κάθε τροποποίησις καὶ ἀναβολή, ὡς πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτήν, ὅπου ἤθελε προβληθῆ ἀπὸ τὸ μέρος μας, ἤθελε δώσει ἀρκετὰς αἰτίας νὰ κατηγοριθῶμεν, ἔπειτα προκειμένου περὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως ὅλα τὰ λοιπὰ ἔπρεπε νὰ θεωρηθῶσι δεύτερα. Ὑμεῖς ἐπροτιμήθητε κύριε, ὡς ὁ ἄνθρωπος τοῦ Ἔθνους καὶ ὡς φέρουσα ἡ οίκογένειὰ σας τὸ πρόσωπον τῆς Πελοποννήσου. Κατ’ ἐμέ, εἶναι ἁμαρτία τὸ νὰ παραβλέπωμεν τόσα μεγάλα καὶ λαμπρὰ πράγματα καὶ συμφέροντα ἀπεναντίας νὰ καταγινόμεθα, εἰς ἄλλα ἀντικείμενα τόσον εὐκαταφρόνητα, ὅσον ἐγκίζωσιν εἰς τὸ τέλος των· ἡ Γερουσία δὲν εἶναι ἐντροπὴ νὰ σὲ εἰπῆ, ὅτι ἂν ἡμεῖς δὲν ἤθελε τὴν βαστάξωμεν μὲ τὰ δόντια αὐτὴ τώρα ἦτον διαλυμένη. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἔμεινεν, τὶ ἠμπόρεσε νὰ κάμῃ ἕως τώρα· τὰ χέρια της εἶναι δεμένα, καὶ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτὴν νὰ τὰ λύσῃ.
Μόνον οἱ ἴδιοι ἀντικείμενοί της δύνανται νὰ τῆς τὰ λύσουν μὲ τὴν διαγωγήν τους. Καὶ ἰδοῦ πῶς αὐτοὶ ἕως τώρα δὲν τὴν γνωρίζουν, ἂν ἐπιμείνουν εἰς τὸν σκοπόν τους φυρικὰ θὰ πάρουν, ἂν ἀπ’ ἐναντίας, συμμορφωθοῦν εἰς τὴν περίστασιν τότε οὔτε ἡ Γερουσία ἠμπορεῖ νὰ τοὺς ῥίψῃ οὔτε ὅλος ὁ τόπος. Οἱ ἀντιπρέσβεις διὰ τριάντα ἢ σαράντα ἡμέρας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκατατεθοῦν εἰς ἀλλαγὴν διοικήσεως, ἔξω ἠμπορεῖ νὰ γίνεται ὅ,τι θέλει, μέσα εἰς τὸ Ναύπλοιον ὅμως αὐτὴ θὰ ὀνομάζεται Διοίκησις. Καλὸν ἤθελεν ἕως πρὸ δέκα ἢ δεκαπέντε ἡμερῶν νὰ εἶσθε κατεβασμένος εἰς τὸ Ἄργος, καὶ τότε τὰ πράγματα ἐγίνοντο ἀλλέως. Δὲν ἔγινε τοῦτο, τώρα εἶναι ἀνωφελῆ ὅλα. Πάλιν ἠμποροῦσε ὁ Γεναῖος νὰ ὑπάγῃ, καὶ ἡμεῖς, κύριε ἀρχηστράτηγε, [ἐξ] ἑτέρου μέρους ἐξα- κολουθήσαται τὸ σχέδιόν σας, ἀλλὰ μὴ δεχόμενος τὴν ἀποστολήν, μὲ συγχωρεῖται νὰ σᾶς εἰπῷ, ὅτι βλάπτεται καὶ τὸν ἑαυτόν σας καὶ τοὺς φίλους σας. Ὁ λόγος εἶναι τὸ νὰ φανῆ ἡ διάθεσις τοῦ Ἔθνους ὡς πρὸς τὸν [[ἀντι]]βασιλέα, καὶ ὄχι νὰ διαφιλονικήσωμεν εἰς τὴν στιγμὴν καθ’ ἥν πρόκειται νὰ φανῇ [ἡ] ξηρὰ αὐτὴ ἡ θέλησις. Θεωρῶ ἀκόμη νὰ σᾶς παρατηρήσω ὅτι κατὰ τὸ τελευταῖον πρωτόκολλον, ἡ ἀντιβασιλεία θέλει κινήσει καὶ δὲν μένει καιρὸς πλέον νὰ σχεδιασθῶσι καὶ νὰ σταλλῶσιν ἄλλαι ἐπιτροπαί. Σὲ παρακαλῶ ὡς φίλος νὰ δεχθῇς νὰ ὑπάγῃς, ἢ ὁ ἴδιος ἢ ὁ υἱὸς σου, καὶ ἂν δὲν εἶσθε ἑτοιμασμένοι παρακαλέσεται τὸν κύριον ἀντιναύαρχον Ῥικόρδον νὰ σᾶς δώσῃ ἕν ἰμβρίκι νὰ ὑπάγεται μετὰ δύω ἢ τρεῖς ἡμέρας, ἂν τὰ ἄλλα πλοῖα δὲν προσμένουν καὶ ἑνώνεσθε εἰς τὸ Τριέστι μὲ τοὺς συναδελφούς σας. Καὶ τελειώνω τὴν ἐπιστολήν μου μὲ τὴν διαβεβαίωσιν τῆς ἄκρας μου πρὸς ὑμᾶς ὑπολήψεως, μεθ’ ἧς ὑποσημειοῦμαι εἰς τὰς προσταγάς σας.
1832 Αὐγούστου 24 Ναύπλοιον
Ἀνδρέας Ζαήμης
Εἰς κάθε ἐναντῖαν περίπτωσιν τὴν ὁποίαν δὲν πιστεύω, θέλεται δώσει κύριε ἀρχιστράτιγε τὴν γνώμην σας, νὰ ὑπάγη ὁ στρατηγὸς καὶ ἀδελφὸς Κωλιόπουλος, διατὶ θὰ βλαφθῶμεν.