Περίληψη
Ὁ Θ. Κολοκοτρώνης ἐπισκέφθηκε στὶς 7 Ὀκτωβρίου 1838 τὸ Ἑλληνικὸ Γυμνάσιο καὶ παρακολούθησε τὸ μάθημα τοῦ διευθυντῆ Γ. Γεννάδιου. Ἀποφασίστηκε νὰ μιλήσει καὶ ὁ ἴδιος στοὺς μαθητὲς καὶ ὁρίστηκε ἡ ἑπομένη ἡμέρα γιὰ τὴν ὁμιλία. Καθὼς ὅμως ἔγινε γνωστὸ στὴν πόλη καὶ ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς μαθητὲς συγκεντρώθηκε πλῆθος Ἀθηναίων, ἡ ὁμιλία ἐκφωνήθηκε σὲ ἀνοικτὸ χῶρο, στὴν Πνύκα. Ὁ συντάκτης τῆς ἐφημερίδας Αἰὼν Ἰωάννης Φιλήμων, ὁ ὁποῖος ἦταν παρών, δημοσίευσε τὸν λόγο στὸ φύλλο τῆς 13ης Νοεμβρίου 1838 (ἀρ. φύλλου 15, σελ. 60-61), μὲ τὴν ἐπισήμανση: «ἐγγυώμεθα τὸ ἀκριβές, καθ’ ὅσον δυνάμεθα νὰ θυμηθῶμεν»
Παιδιά μου! Εἰς τὸν τόπον τοῦτο, ὁποὺ ἐγὼ πατῶ σήμερα, ἐπατοῦσαν καὶ ἐδημηγοροῦσαν τὸν παλαιὸν καὶρὸν ἄνδρες σοφοί, καὶ ἄνδρες, μὲ τὸὺς ὁποίους δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ συγκριθῶ, καὶ οὔτε νὰ φθάσω τὰ ἴχνη των. Ἐγὼ ἐπιθυμοῦσα νὰ σᾶς ἰδῶ, παιδιά μου! εἰς τὴν μεγάλη δόξαν τῶν προπατόρων μας, καὶ ἔρχομαι νὰ σᾶς εἰπῶ, ὅσα εἰς τὸν καὶρὸ τοῦ ἀγῶνος μας καὶ πρὸ αὐτοῦ καὶ ὕστερα ἀπ’ αὐτὸν ὁ ἴδιος ἐπαρατήρησα, καὶ ἀπ’ αὐτὰ νὰ κάμομε συμπερασμοὺς καὶ διά την μέλλουσαν εὐτυχίαν σας, μολονότι ὁ Θὲὸς μόνος ἠξεύρει τὰ μέλλοντα. Καὶ διὰ τὸὺς παλαιοὺς Ἕλληνας, ὁποίας γνώσεις εἶχαν καὶ ποιά δόξα καὶ τὶμὴν ἔχαιραν κὸντὰ εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη τοῦ καιροῦ των, ὁποίους ἥρωας, στρατηγούς, πολιτικοὺς εἶχαν, διὰ ταῦτα σᾶς λέγουν καθ’ ἡμέραν οἱ διδάσκαλοί σας καὶ οἱ πεπαιδευμένοι μας. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀρκετός. Σᾶς λέγω μόνον, πὼς ἦτον σοφοί, καὶ ἀπὸ ἐδῶ ἐπῆραν καὶ ἐδανείσθησαν τὰ ἄλλα ἔθνη τὴν σοφίαν των. Θὰ σᾶς εἴπω μόνον ὀλίγα τινά, καθ’ ὅσον ἠξεύρω διὰ τὴν Θρησκείαν των. Εἰς τὸν τόπον, τὸν ὁποίον κατοικοῦμεν, ἐκατοικούσαν οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους καὶ ἡμεῖς καταγόμεθα καὶ ἐλάβαμεν τὸ ὄνομα τοῦτο. Αὐτοὶ ἐδιέφεραν ἀπὸ ἡμᾶς ἐες τὴν θρησκείαν, διότι ἐπροσκυνοῦσαν τὰς πέτρας καὶ τὰ ξύλα. Ἀφοῦ ὕστερα ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ὁ Χριστός, οἱ λαοὶ ὅλοι ἐπίστευσαν εἰς τὸ Εὐαγγέλιόν του, καὶ ἔπαυσαν νὰ λατρεύουν τὰ εἴδωλα. Δὲν ἐπῆρε μαζὶ τοῦ οὔτε σοφούς, οὔτε προκομμένους, ἀλλ’ ἁπλοῦς ἀνθρώπους χωρικοὺς καὶ ψαρᾶδες, καὶ μὲ τὴ χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἔμαθαν ὅλαις ταῖς γλῶσσες τοῦ κόσμου· οἱ ὁποῖοι, μ’ολον ὅτι, ὅπου καὶ ἂν ἐπήγαιναν, εὕρισκαν ἐναντιότητες, καὶ οἱ Βασιλεῖς καὶ οἱ τύραννοι τὸὺς κατέτρεχαν, δὲν ἠμπόρεσε κανένας νὰ τὸὺς κάμη τίποτα. Αὐτοὶ ἐςτερέωσαν τὴν πίστιν. Οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, οἱ πρόγονοί μας, ἔπεσαν εἰς τὴν διχόνοια καὶ ἐτρώγοντο μεταξύ των, καὶ ἔτζι ἔλαβον καὶρὸ πρῶτα οἱ Ρωμαῖοι, ἔπειτα ἄλλοι βάρβαροι καὶ τὸὺς ἐκυρίευσαν καὶ τοὺς ὑπόταξαν. Ὕστερα ἦλθαν καὶ οἱ Μουσουλμᾶνοι καὶ ἔκαμαν ὅ,τι ἠμποροῦσαν, διὰ νὰ ἀλλάξει ὁ λὰὸς τὴν πίστιν του. Ἔκοψαν γλῶσσαις, πολλοὺς ἀνθρώπους, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατο νὰ τὸ κατορθώσουν· Τὸν ἕναν ἔκοπταν, ὁ ἄλλος τὸν σταυρόν του ἔκαμε. Σὰν εἶδε τοῦτο ὁ Σουλτᾶνος, διόρισε ἕνα Βιτσερὲ (Ἀντιβασιλέα) ἕνα Πατριάρχην, καὶ τοῦ ἔδωσε τὴν ἐξουσία τῆς ἐκκλησίας. Αὐτὸς καὶ ὁ λοὶπὸς Κλῆρος ἔκαμαν ὅ,τι τὸὺς ἔλεγε ὁ Σουλτᾶνος.Ὕστερον ἔγιναν οἱ Κοτζαμπάσηδες (προεστοὶ) εἰς ὅλα τὰ μέρη. Ἡ τρίτη τάξις, οἱ ἔμποροι, καὶ οἱ Προκομμένοι, τὸ καλήτερον μέρος τῶν πολιτῶν, μὴν ὑποφέροντες τὸν ζυγόν, ἔφευγαν, καὶ οἱ γραμματισμένοι ἐπῆραν τὰ βιβλία καὶ ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὴν πατρίδα των• καὶ ἔτζι ἔμεινεν ὁ λαός, ὅστις στερημένος ἀπὸ τὰ μέσα τῆς προκοπῆς, ἐκατήντησεν εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, καὶ αὐτὴ αὔξαινε κάθε ἡμέρα χειρότερα· διότι, ἂν εὑρίσκετο μεταξὺ τοῦ λαοῦ κανεὶς μὲ ὀλίγην μάθησιν, τὸν ἐλάμβανε ὁ Κλῆρος, ὅστις ἔχαιρε προνόμοια, ἢ ἐσύρετο ἀπὸ τὸν ἔμπορον τῆς Εὐρώπης ὡς βοηθός του, ἢ ἐγίνετο γραμματικὸς τοῦ Προεστοῦ. Καὶ μερικοὶ μὴν ὑποφέροντες τὴν τυραννίαν τοῦ Τούρκου, καὶ βλέποντας ταῖς δόξαις καὶ τὰς ἡδονάς, ὁποὺ ἀπελάμβαναν αὐτοί, ἄφιναν τὴν πίστιν τους καὶ ἐγίνοντο Μουσουλμᾶνοι. Καὶ τοιουτοτρόπως κάθε ἡμέραν ὁ λὰὸς ἐλύγνευε καὶ ἐπτώχυνεν. Εἰς αὐτὴν τὴν δυστυχισμένην κατάστασιν μερικοὶ ἀπὸ τὸὺς φυγάδας γραμματισμένους ἐμετάφραζαν καὶ ἔστελναν εἰς τὴν Ἑλλάδα Βιβλία· καὶ εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ χρωστοῦμεν εὐγνωμοσύνην, διότι εὐθὺς ὁποὺ κανένας ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ λὰὸ ἐμάνθανε τὰ κοὶνὰ γράμματα, ἐδιάβαζεν αὐτὰ τὰ βιβλία καὶ ἔβλεπε ποιούς εἴχαμε προγόνους, τί ἔκαμεν ὁ Θεμιστοκλῆς, ὁ Ἀριστείδης, καὶ ἄλλοι πολλοὶ παλαιοί μας, καὶ ἐβλέπαμεν καὶ εἰς ποίαν κατάσταση εὑρισκόμεθα τότε. Ὅθὲν μᾶς ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν νὰ τὸὺς μιμηθῶμεν, καὶ νὰ γείνομεν εὐτυχέστεροι, καὶ ἔτζι ἔγινε καὶ ἐπροώδευσεν ἡ Ἑταιρία. Ὅτὰν ἀποφασίσαμεν νὰ κάμωμεν τὴν Ἐπανάστασιν, δὲν ἐσυλλογισθήκαμεν, οὔτε πόσοι εἴμεθα, οὔτε πὼς δὲν ἔχομε ἅρματα, οὔτε ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐβαστοῦσαν τὰ κάστρα καὶ τὰς πόλεις, οὔτε κανένας φρόνιμος μᾶς εἶπε: ποῦ πᾶτε ἐδῶ νὰ πολεμήσετε μὲ σιταροκάραβα Βασέλα [: πλοῖα τῆς γραμμῆς]· ἂλλ’ ὡς μία βρὸχὴ ἔπεσε εἰς ὅλους μᾶς ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας μας, καὶ ὅλοι, καὶ οἱ Κληρικοί, καὶ οἱ Προεστοί, καὶ οἱ Καπεταναῖοι, καὶ οἱ Πεπαιδευμένοι, καὶ οἱ Ἔμποροι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλοι, ἐσυμφωνήσαμεν εἰς αὐτὸν τὸν σκόπὸν, καὶ ἐκάμαμεν τὴν Ἐπανάστασιν. Εἰς τὸν πρῶτον χρόνον τῆς ἐπαναστάσεως εἴχαμε μεγάλην ὁμόνοιαν, καὶ ὅλοι ἐτρέχαμε σύμφωνοι. Ὁ ἕνας ἐπήγαινεν εἰς τὸν πόλεμον, ὁ ἀδελφός του ἔφερνε ξύλα, ἡ γυναῖκα του ἐζήμωνε, τὸ παιδί του ἐκουβαλοῦσε ψὼμὶ καὶ μπαρουτόβολον εἰς τὸ στρατόπεδον· καὶ, ὰν αὐτὴ ἡ ὁμόνοια ἐβαστοῦσεν ἀκόμη δύω χρόνους, ἠθέλαμεν κυριεύσει καὶ τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Μακεδονίαν, καὶ ἴσως ἐφθάναμεν καὶ ἕως εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Τόσον τρομάξαμεν τὸὺς Τούρκους, ὁποὺ ἤκουαν Ἕλληνα καὶ ἔφευγαν χίλια μίλια μακρά· ἑκατὸν Ἕλληνες ἔβαζαν πέντε χιλιάδας ἐμπρός, καὶ ἕνα καράβι, μὶὰν ἀρμάδα. Ἀλλὰ δὲν ἐβάσταξεν. Ἦλθὰν μερικοὶ καὶ ἠθέλησαν νὰ γένουν μπαρμπέριδες εἰς τοῦ κασίδη τὸ κεφάλι· μᾶς πονοῦσε τὸ μπαρμπέρισμά τους. Μὰ τί νὰ κάμωμεν; εἴχαμε καὶ αὐτουνὼν τὴν ἀνάγκην. Ἀπὸ τότε ἤρχισεν ἡ διχόνοια, καὶ ἐχάθη ἡ πρώτη προθυμία καὶ ὁμόνοια· καὶ, ὅταν ἔλεγες τὸν Κώστα νὰ δώσει χρήματα διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους, ἢ νὰ ὑπάγη εἰς τὸν πόλεμον, τοῦτος ἐπρόβαλε τὸν Γιάννη· καὶ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο κανεὶς δὲν ἤθελεν οὔτε νὰ συνδράμη, οὔτε νὰ πολεμήση. Καὶ τοῦτο ἐγίνετο, ἐπειδὴ δὲν εἴχαμε ἕναν ἀρχηγὸν καὶ μίαν κεφαλήν. Ἀλλὰ ἕνας ἔμπαινε πρόεδρος ἕξη μῆνες, ἐσηκόνετο ὁ ἄλλος καὶ τὸν ἔρριπτε, καὶ ἐκάθετο αὐτὸς ἄλλους τόσους· καὶ ἔτζι ὁ ἕνας ἤθελε τοῦτο, καὶ ὁ ἄλλος τὸ ἄλλον. Ἴσως ὅλοι ἠθέλαμε τὸ καλό, πλὴν καθένας κατὰ τὴν γνώμη του. Ὅτὰν προστάζουνε πολλοί, πὸτὲ τὸ σπήτι δὲν κτίζεται, οὔτε τελειόνει. Ὁ ἕνας λέγει, ὅτι ἡ πόρτα πρέπει νὰ βλέπη εἰς τὸ ἀνατολικὸν μέρος, ὁ ἄλλος εἰς τὸ ἀντικρυνὸν καὶ ὁ ἄλλος εἰς τὸν βορέαν, σὰν νὰ ἦτον τὸ σπίτι εἰς τὸν ἀραμπᾶ, καὶ νὰ γυρίζη, καθὼς λέγει ὁ καθένας. Μὲ τοῦτον τὸν τρόπο δὲν κτίζεται πὸτὲ τὸ σπήτι, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦναι ἕνας ἀρχιτέκτων, ὁποὺ νὰ προστάζη, πὼς θὰ γένη. Παρομοίως καὶ ἡμεῖς ἐχρειαζόμεθα ἕναν Ἄρχηγὸν καὶ ἕναν ἀρχιτέκτονα, ὅστις νὰ προστάζη, καὶ οἱ ἄλλοι νὰ ὑπακούουν καὶ νὰ ἀκολουθοῦν. Ἂλλ’ ἐπειδὴ εἴμεθα εἰς τέτοιαν κατάστασιν, ἐξ αἰτίας τῆς διχονοίας, μᾶς ἔπεσεν ἡ Τουρκιὰ ἐπάνω μας καὶ κοντέψαμε νὰ χαθοῦμεν· καὶ εἰς τὸὺς στερηνοὺς ἑπτὰ χρόνους δὲν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα. Εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἔρχεται ὁ Βασιλεύς, τὰ πράγματα ἡσυχάζουν, καὶ τὸ ἐμπόριον, καὶ ἡ γεωργία, καὶ αἱ τέχναι ἀρχίζουν νὰ προοδεύουν, καὶ μάλιστα ἡ παιδεία. Αὐτὴ ἡ μάθησις θὰ μᾶς αὐξήσει καὶ θὰ μᾶς εὐτυχήσει· ἀλλὰ, διὰ νὰ αὐξήσομεν, χρειάζεται καὶ ἡ στερέωσις τῆς πολιτείας μας, ἡ ὁποία γίνεται μὲ τὴν καλλιέργειαν καὶ μὲ τὴν ὑποστήριξην τοῦ Θρόνου. Ὁ Βασιλεύς μας εἶναι νέος, καὶ συμμορφώνεται μὲ τὸν τόπον μᾶς· δὲν εἶναι προσωρινός, ἀλλ’ ἡ βασιλεία του εἶναι διαδοχική, καὶ θὰ περάσει εἰς τὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν του, καὶ μὲ αὐτὸν καὶ ἐσεῖς καὶ τὰ παιδιὰ σᾶς θὰ ζήσετε. Πρέπει νὰ φυλάξετε τὴν Πίστη σας, καὶ νὰ τὴν στερεώσετε, διότι, ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἅρματα, εἴπαμεν πρῶτα ὑπὲρ Πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ Πατρίδος. Ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου ἔχουν καὶ φυλάττουν μιὰ θρησκεία. Καὶ αὐτοί, οἱ Ἑβραῖοι, οἱ ὁποῖοι κατατρέχοντο καὶ μισοῦντο καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη, μένουν σταθεροὶ εἰς τὴν πίστη τους. Νὰ μὴν ἔχετε πολυτέλεια, νὰ μὴν πηγαίνετε εἰς τὸὺς καφενέδες καὶ εἰς τὰ μπιλιάρδα. Νὰ δοθῆτε εἰς τὰς σπουδάς σας, καὶ καλήτερα νὰ κοπιάσετε ὀλίγον δύω καὶ τρεῖς χρόνους, καὶ νὰ ζήσετε ἐλεύθεροι εἰς τὸ ἐπίλοιπον τῆς ζωῆς σας, παρὰ νὰ περάσετε τέσσαρους πέντε χρόνους τὴ νεότητά σας, καὶ νὰ μείνετε ἀγράμματοι, νὰ σκλαβωθῆτε εἰς τὰ γεράματά σας. Νὰ ἀκούετε τὰς συμβουλὰς τῶν διδασκάλων καὶ γεροντοτέρων, καί, κατὰ τὴν παροιμία, μύρια ἤξευρε καὶ χίλια μάθενε. Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησίς σας νὰ μὴν γείνη σκεπάρνι μόνον διὰ τὸ ἄτομόν σας, ἀλλὰ νὰ κοιτάζει τὸ κὰλὸν τῆς Κοινότητος, καὶ μέσα εἰς τὸ κὰλὸ αὐτὸ εὑρίσκεται καὶ τὸ δικόν σας. Ἐγώ, παιδιά μου, κατὰ κακήν μου τύχην, ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων ἔμεινα ἀγράμματος, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ζητῶ συγχώρησιν, διότι δὲν ὁμιλῶ, καθὼς οἱ Διδάσκαλοί σας. Σᾶς εἶπα, ὅσα ὁ ἴδιος εἶδα, ἤκουσα καὶ ἐγνώρισα, διὰ νὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὰ ἀπερασμένα καὶ ἀπὸ τὰ κὰκὰ ἀποτελέσματα τῆς διχονοίας, τὴν ὁποίαν νὰ ἀποστρέφεσθε, καὶ νὰ ἔχετε ὁμόνοια. Ἐμᾶς, μὴ μᾶς τηρᾶτε πλέον· τὸ ἔργον μας καὶ ὁ καιρός μας ἐπέρασε· καὶ αἱ ἡμέραι τῆς γενεᾶς, ἡ ὁποία σᾶς ἄνοιξε τὸν δρόμον, θέλει μετ’ ὀλίγον περάσει τὴν ἡμέραν τῆς ζωῆς μας, θέλει διαδεχθεῖ ἡ νύκτα τοῦ θανάτου μας, καθὼς τὴν ἡμέραν τῶν Ἁγίων Ἀσωμάτων θέλει διαδεχθεῖ ἡ νύχτα καὶ ἡ αὐριανὴ ἡμέρα. Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπον, ὁποὺ ἡμεῖς ἐλευθερώσαμε· καὶ, διὰ νὰ γίνη τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχετε ὡς θεμέλια τῆς πολιτείας τὴν ὁμόνοια, τὴν Θρησκείαν, τὴν καλλιέργειαν τοῦ Θρόνου καὶ τὴν φρόνιμον ἐλευθερίαν. Τελειόνω τὸν λόγον μου. Ζήτω ὁ Βασιλεὺς μᾶς ΟΘΩΝ! Ζήτω οἱ σοφοὶ Διδάσκαλοι! Ζήτω ἡ Ἑλληνικὴ Νεολαία!