Περίληψη
Πριν τοποθετήσουμε το σπουδαίο αυτό ιστορικό τεκμήριο στα συμφραζόμενα της εποχής του, θα προβούμε σε μερικές παρατηρήσεις πάνω στο ίδιο το έγγραφο, ως υλικό κατάλοιπο της Ελληνικής Επανάστασης, ένα έγγραφο που διαφυλάχτηκε προσεχτικά από τον αρχικό του κάτοχο και τους διαδόχους του και παραδόθηκε άφθαρτο σ᾽ εμάς και στις επόμενες γενεές. Το έγγραφο δημοπρατήθηκε από τον Αθηναϊκό οίκο δημοπρασιών του Πέτρου Βέργου στις 14 Μαρτίου 2019 (βλ. Κατάλογο Βέργου αρ. 73, σελ. 31-32) και περιήλθε στο Κοινωφελές Ίδρυμα Μιχαήλ Ν. Στασινόπουλος- ΒΙΟΧΑΛΚΟ.
Το έγγραφο. Δίφυλλο, σε καλής ποιότητας χαρτί διαστάσεων 30,5x20,5 εκατ., είναι γραμμένο στις δύο σελίδες (α´ και β´) του πρώτου φύλλου, ενώ το δεύτερο φύλλο έχει αφεθεί άγραφο και κατά κάποιο τρόπο χρησιμοποιήθηκε ως προστατευτικό κάλλυμα του κειμένου του πρώτου φύλλου. Η επιμελημένη γραφή και η προσεγμένη διάταξη του περιεχομένου του, δείχνουν ότι έχει γραφτεί από δεξιοτέχνη γραμματικό, ο οποίος δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν είναι το ίδιο πρόσωπο με τον συντάκτη του κειμένου. Η εικόνα του εγγράφου στα μάτια του σημερινού μελετητή δημιουργεί την αίσθηση μιας εντυπωσιακής επισημότητας. Φαίνεται δηλαδή ότι τα συμβαλλόμενα μέρη ή, έστω, ο συντάκτης του εγγράφου, θέλησαν να προσδώσουν στο ένορκο συμφωνητικό τους ένα υψηλό κύρος. Εκτός όμως από την εμφάνιση του κειμένου που μας προσφέρει μία πρώτη πληροφορία για την επισημότητα της ενέργειας, ο τρόπος δίπλωσης του εγγράφου μας παρέχει μία ακόμη, έμμεση αλλά αξιοπρόσεχτη πληροφορία. Πράγματι, το δίφυλλο χαρτί, όπως φαίνεται καθαρότερα στις άγραφες σελίδες γ´και δ´, διπλώθηκε διαδοχικά τρεις φορές, έτσι ώστε να δημιουργούνται οκτώ μικρά τετράγωνα σε κάθε φύλλο. Δύο εξ αυτών, εκείνα της σελ. β´ του δεύτερου φύλλου, έχουν υποστεί μεγαλύτερη αλλοίωση του χρώματος του χαρτιού και φέρουν χαρακτηριστικά ίχνη φθοράς. Είναι προφανές ότι τα σημεία αυτά της φθοράς, κυρίως στις γωνίες δίπλωσης και σε όλη την περίμετρο του δίφυλλου χαρτιού, δεν οφείλονται στην παλαιότητα και την μακροχρόνια φύλαξη του εγγράφου, έστω και διπλωμένου, αλλά στα πρώτα χρόνια της ζωής του που φαίνεται να το έφερε κάποιος επάνω του (για να το διαφυλάξει; να το αποκρύψει;) σε δυσμενείς συνθήκες διατήρησης του χαρτιού. Ως τέτοιες συνθήκες, μπορούν να αναφερθούν ιδρώτας, συμπίεση με άλλα έγγραφα, υγρασία κ.λπ. Οι εν λόγω μικροφθορές δεν δικαιολογούνται πάντως από τις πιθανώς ακατάλληλες συνθήκες φύλαξης του εγγράφου σε μεταγενέστερο χρόνο, δηλαδή κατά τη μακρά σειρά ετών από την Ελληνική Επανάσταση ως τις μέρες μας, αφού στην περίπτωση αυτή η οποιαδήποτε φθορά θα έπρεπε να ήταν διάχυτη σε ολόκληρη την επιφάνεια του εγγράφου. Στο δισάκι, στις τσέπες ή στο σελάχι κάποιου αγωνιστή φυλασσόταν το επιμελημένα διπλωμένο αυτό χαρτί. Αλλά ποιου και για πόσο; Του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ή του μέλους της Γερουσίας που είχε αναλάβει τη φύλαξη ενός εκ των δύο αντιγράφων, ή κάποιου τρίτου, π.χ. γραμματικού των συμβαλλομένων μερών; Άγνωστο. Πάντως, οι πιθανότητες να είναι το αντίγραφο που κράτησε ο ίδιος ο Θεόδ. Κολοκοτρώνης είναι πολύ μεγάλες (βλ. παρακάτω).
Το έγγραφο δεν έχει διοικητικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου είναι φυσικό να μη φέρει αρ. πρωτοκόλλου, όπως είναι επίσης φυσικό ότι δεν κατατέθηκε ποτέ στο αρχείο της Πελοποννησιακής Γερουσίας, όπως άλλωστε προκύπτει καθαρά από την ακροτελεύτια παράγραφο του κειμένου. Αν είχε κατατεθεί στο αρχείο της Γερουσίας, στο μέτρο που διασώθηκε ένας σοβαρός αριθμός εγγράφων της Επανάστασης, τα οποία βρίσκονται σήμερα στα κρατικά μας αρχειακά ιδρύματα (ΓΑΚ κ.ά.), θα μπορούσε να βρίσκεται και αυτό ανάμεσά τους. Δεν συνέβη όμως κάτι τέτοιο.
Ένορκο συμφωνητικό. Έχουμε πράγματι στα χέρια μας ένα ιδιωτικό έγγραφο μεταξύ δύο συμβαλλομένων μερών που παρά τη θεσμική τους υπόσταση, συνομολογούν το περιεχόμενό του ως άτομα, ως ιδιώτες. Ένα ένορκο συμφωνητικό φιλίας, συνεργασίας και αμοιβαίας υποστήριξης, χωρίς φυσικά αποστολέα και παραλήπτη. Το ότι τα δύο συμβαλλόμενα μέρη αποθέτουν δίπλα στις υπογραφές και τις σφραγίδες τους, την επίσημη σφραγίδα της Πελοποννησιακής Γερουσίας οι Γερουσιαστές, την προσωπική του σφραγίδα ο Αρχιστράτηγος, δεν είναι ικανό στοιχείο να μετατρέψει το ιδιωτικό έγγραφο σε δημόσιο και το περιεχόμενό του σε επίσημη κρατική πράξη. Η σφράγιση, άλλωστε, από το μέρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας του εγγράφου, με την επίσημη σφραγίδα του σώματος, δεν φαίνεται να είναι πράξη σύννομη και βέβαια παραπέμπει σε προνεωτερικές πολιτικο-στρατιωτικές πρακτικές, με τις οποίες ήταν εξοικειωμένα τα συμβαλλόμενα μέρη. Ωστόσο, νομίζω ότι μπορούμε να επικαλεστούμε δύο επιχειρήματα, τουλάχιστον, για να κατανοήσουμε αυτού του είδους τις συμπεριφορές. Το πρώτο είναι η πρόθεση και η βαθιά επιθυμία των Γερουσιαστών να δώσουν μεγαλύτερο κύρος και αξιοπιστία στην ενέργειά τους και το δεύτερο η πολιτική ανωριμότητα των μελών των νεότευκτων κρατικών
Προηγούμενες Εκδόσεις: Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και η Πελοποννησιακή Γερουσία. Ένορκο Συμφωνητικό Πατριωτικής Συνεργασίας (16 Οκτωβρίου 1822), 2021.
Βασίλης Παναγιωτόπουλος, "Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και η Πελοποννησιακή Γερουσία. Ένορκο Συμφωνητικό Πατριωτικής Συνεργασίας (16 Οκτωβρίου 1822)", στο Δημήτρης Δημητρόπουλος, Βασίλης Παναγιωτόπουλος και Μαρία Χριστίνα Χατζηιωάννου (επιμ.), Πελοποννησιακή Γερουσία. Πρακτικά Συνεδρίου, Τρίπολη και Στάδιο Τεγέας, 6-8 Νοεμβρίου 2020, Αθήνα, ΙΙΕ/ΕΙΕ, 2023, σ. 249-260.