Αρχειακός Τόπος Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Ἀντίγραφο ἐπιστολῆς τῶν Ἰωάννη Γκούρα καὶ Γεώργιου Δυοβουνιώτη πρὸς τὸν Ὀδυσσέα Ἀνδροῦτσο, μὲ τὴν ὁποία τοῦ παρέχουν ἀναλυτικὲς πληροφορίες γιὰ τὴν κατάσταση τῶν ὀθωμανικῶν δυνάμεων στὸ Ζητούνι (σημ. Λαμία). Ἀναφέρουν ὅτι οἱ ἐκεῖ ἐχθρικὲς δυνάμεις εἶναι ὀλιγάριθμες καὶ ἀνίσχυρες, καὶ ὅτι ἑλληνικὲς δυνάμεις ποὺ ἐξορμοῦν ἀπὸ τὴ Λιθάδα (στὴν Εὔβοια, ἕδρα τοῦ Ἄρειου Πάγου) μὲ καΐκια τοὺς λαφυραγωγοῦν καθημερινὰ καὶ ἐπιστρέφουν στὶς βάσεις τους. Ἀναφέρουν ἐπίσης ἐπιτυχίες τῶν Ἑλλήνων στὸν Εὔριπο (Χαλκίδα), ὅπου οἱ Τοῦρκοι ἀποπειράθηκαν νὰ διασπάσουν τὴν πολιορκία, ἀλλὰ οἱ Ἕλληνες τοὺς ἀπώθησαν καὶ τοὺς ὑποχρέωσαν νὰ ἐπιστρέψουν στὸ κάστρο μὲ σοβαρὲς ἀπώλειες. Οἱ συντάκτες τῆς ἐπιστολῆς ζητοῦν ἀπὸ τὸν Ὀδ. Ἀνδροῦτσο νὰ συναντηθοῦν καὶ νὰ ὀργανώσουν ἐπίθεση ἐναντίον τῶν Ὀθωμανῶν, λόγω τῆς μεγάλης ἀδυναμίας τους.

Προηγούμενες Εκδόσεις: ΙΑΘ, τ. 1, σ. 215-216.

Γενναιότατε ἀδελφὲ καπ. Ὀδησσέα ἀδελφικῶς ἀσπαζόμεθα Ἐλάβαμεν τὸ ποθητόν σου τὸ ἀπὸ τὰς 14: τοῦ τρέχοντος καὶ καλῶς ἐκαταλάβαμεν τὰ γραφθέντα καὶ ἄμποτες ὁ Θεὸς νὰ τὰ κάμῃ ὅλα ἀληθινά. Σᾶς φανερόνομεν καὶ ἡμεῖς τὰ ἐδῶθεν τρέχοντα. Σήμερον μᾶς ἦλθαν ἄνθρωποι ἀπὸ τὸ Αὐλάκι τοῦ Ζητουνίου, ὁποῦ ἔφυγαν ἐχθὲς τὸ μεσημέρι ἀπὸ ἐκεῖ καὶ μᾶς λέγουν, ὅτι οἱ Τοῦρκοι δὲν ἔμειναν ἐκεῖ περισσότεροι ἀπὸ 300: καὶ εἶναι καὶ εἰς τὸ γεφύρι μόνον 50: ὀνομάτι, καὶ ὁ Ῥουσίτης εἶναι εἰς Λάρισαν καὶ ἔστειλε μερικὸν ἀσκέρι εἰς τὸ μέρος τῶν Τρικάλων. Αὐτὸ μᾶς τὸ γράφουν ἀπὸ πολλὰ μέρη καὶ εἶναι βέβαιον. Οἱ Ἕλληνες πηγαίνουν κάθε ἡμέραν ἀπὸ τὴν Λιθάδα μὲ τὰ καΐκια εἰς τὰ χωριὰ τοῦ Ζητουνίου φανερὰ καὶ πέρνουν λάφυρα καὶ ξαναγυρίζουν ὀπίσω. Κατάλαβε πόσην ἀδυναμίαν ἔχουν οἱ εὐρισκόμενοι εἰς τὸ Ζητοῦνι ἐχθροὶ κατὰ τὸ παρόν. Μᾶς γράφουν διὰ τὴν Εὔριπον ὅτι τὴν Πέμπτην εὐγῆκαν οἱ ἐχθροὶ ἀπὸ τὸ κάστρον καὶ ἐπολέμησαν καὶ ὁ πόλεμος ἔγεινε τόσον μανιώδης ὁποῦ ἐβάσταξαν ἐκεῖ ὀκτὼ ὥρας, καὶ μὲ τὸ νὰ ἦτον οἱ Ἕλληνες ἀρκετοὶ καὶ ξεχωριστὰ τοῦ γενναίου καπ. Διαμαντῆ ὁποῦ ἦσαν ἕως 700: ἐχάλασαν τοὺς Τούρκους καὶ τοὺς ἐκυνήγησαν ἕως τὴν πόρταν τοῦ κάστρου καὶ ἐσκότωσαν πολλούς, ἀπὸ τοὺς ἐδικούς μας μόνον τέσσαροι: ὁ καπ. Σπύρος ὁποῦ ἦτον μὲ τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ ἕνας μπαριαχτάρης Ὀλύμπιος καὶ ἄλλοι δύω. Αὐτὰ εἶναι βέβαια. Χθές σὲ ἐγράψαμεν ὅτι ἀπεφασίσαμεν νὰ κάμωμεν καὶ ἡμεῖς κᾀνένα κίνημα καὶ σὲ γράφομεν διὰ νὰ ἔλθῃς καὶ ἡ γενναιότης σου νὰ ἀνταμωθῶμεν, νὰ κάνωμεν κᾀνένα τερτίπι καὶ κίνημα διὰ νὰ κτυπήσωμεν τὸν ἐχθρὸν ἀπὸ κᾀνένα μέρος, διὰ νὰ μὴν χάνεται ὁ καιρὸς ματαίως, καὶ δὲν ξαναευρίσκομεν αὐτὴν τὴν εὐκαιρίαν καὶ ἀδυναμίαν τῶν ἐχθρῶν, καὶ σὲ προσμένομεν, ὑγίαινε. Τῇ 16: Ἰουλίου: 1822: Βασιλικὰ Γιάννης Γγούρας Γεωργάκης Δυοβουνιώτης [ἐπὶ τοῦ νώτου, ἀπὸ ἄλλο χέρι:] 1822 16: Ιουλήου ἀντίγραφον Γκούρα καὶ Ὀδισέως ἀρ 5:
Λήψη Αναφοράς