Περίληψη
Ἐγκάρδια ἐπιστολὴ τοῦ Δημήτριου Ὑψηλάντη πρὸς τὸν Νικήτα Σταματελόπουλο, στὴν ὁποία περιλαμβάνονται πληροφορίες γιὰ τὶς κινήσεις του καὶ μιὰ πιθανὴ συνάντησή τους. Ὁ Δημ. Ὑψηλάντης κάνει ἀναφορὰ στὸν θάνατο τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Νικηταρᾶ, τοῦ Νικόλαου Σταματελόπουλου, ὁ ὁποῖος εἶχε σκοτωθεῖ ἕνα χρόνο νωρίτερα (βλ. τὰ σχόλιά μας στὸ ἔγγρ. [132]), ἐκφράζει τὶς εὐχαριστίες του γιὰ τὴν ἀποστολὴ 600 γροσιῶν καὶ μεταφέρει εἰδήσεις γιὰ τὴν πιθανὴ ἀπελευθέρωση τοῦ ἀδελφοῦ του, Ἀλέξανδρου, καὶ τὴ μετάβασή του στὴ Βιέννη ἢ στὴ Μόσχα, καθὼς καὶ γιὰ τὸ ἐνδεχόμενο πολέμου μεταξὺ Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας καὶ Ρωσίας. Εἶναι δυσνόητη ἡ ἀναφορὰ τοῦ Δημ. Ὑψηλάντη στὸν ἅγιο Ἀντώνιο, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνεται καὶ σὲ ἄλλη ἐπιστολή του, τοῦ ἔτους 1825 (βλ. ἔγγρ. [235]). Εἶναι πιθανὸ νὰ ἀναφέρεται ὡς μετωνυμία τῆς ὑπομονῆς (βλ. ΘΗΕ, τ. 2, σ. 975, τὴ λαϊκὴ ἔκφραση «Ἔχει τ’ Ἁγιαντωνίου τὴν ὑπομονή»). Ὡστόσο, πρόσφατη ἀνεύρεση εἰκόνας τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου, τὴν ὁποία ἀφιέρωσε ὁ Νικηταρᾶς στὸν ναὸ τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου στὸ Ναύπλιο, πλησίον τῆς οἰκίας του, μὲ κτητορικὴ ἐπιγραφὴ «Δέησις τοῦ Δούλου τοῦ Θεοῦ Νικηταρᾶ Σταματελόπουλου», μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ὑπόθεση πὼς ὁ Νικηταρᾶς θεωροῦσε τὸν ἅγιο Ἀντώνιο προστάτη του.
Προηγούμενες Εκδόσεις: Αδημοσίευτο.
Γενναιότατε καὶ φίλε Νικήτα μου!
Μεθ’ ὅσης πλείστης χαρᾶς ἔλαβον τὰ δύω γράμματά της, τὸ μὲν ἀπὸ 10ης, τὸ δὲ ἀπὸ 12ης τοῦ παρόντος. Εἰς ἄκρον δὲ ἐλυπήθην τόσον διὰ τὸν θάνατον τοῦ γενναίου ἀδελφοῦ της, ὅσον καὶ διὰ τὸ μικρὸν ζαϊφλίκι της. Ἐλπίζω ὅμως ὅτι μέχρι τοῦδε νὰ ἀνέλαβε καὶ ὅτι μὲ τὴν γνωστήν μοι γενναιότητά της νὰ ἐνίκησε τὴν προξενηθεῖσαν λύπην της. Σὲ ἐπεθύμησα καθ’ ὑπερβολὴν Νικήτα μου, καὶ ἂν τὰ περιστατικὰ μοὶ τὸ ἐσυγχωροῦσαν, ἤθελον καταβῆ εἰς Ναύπλοιον, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ σὲ ἀνταμώσω, μ’ ὅλον ὁποῦ κατὰ τάς πληροφορίας ὁποῦ ἔχω, ἂν ἀληθεύῃ ἡ νέα ἐκστρατεία σου, ἔλπίζω νὰ περάσῃς ἀπὸ ἐδῶ, καὶ τότε ἀπὸ τὸ σπῆτι μου δὲν θὰ σὲ ἀφήσω νὰ εὔγῃς, μήτε θὰ δεχθῶ νὰ κατοικήσῃς εἰς ἄλλο κονάκι, ὥστε ὁποῦ εἰς τὸ ὀλίγον διάστημα τῆς ἐδῶ διατριβῆς σου, νὰ ἠμπορέσω ὁπωσοῦν νὰ σὲ χορτάσω. Ἔλαβον τὰ ἀποσταλέντα μοι ἑκατὸν γρόσια, καὶ ὁ κὺρ Γεώργιος Κοντόσταυλος μοὶ ἐμέτρησεν ἕτερα πεντακόσια, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ ἄκρως εὐγνωμονῶ. Τὸ θάῤῥος τῆς φιλίας μας, καὶ ἡ μεγίστη ἀνάγκη μου μ’ ἐπαρακίνησαν νὰ σοὶ δώσω αὐτὴν τὴν μικρὰν ἐνόχλησιν. Σοὶ περικλείω καὶ τὸ ἀποδεικτικὸν τῆς περιλαβῆς αὐτῶν, διὰ τὸ ὁποῖον, παρακαλῶ, νὰ μὴν κακιώσῃς. Περὶ τοῦ ἀδελφοῦ μου, ἀπὸ διάφορα γράμματα ὁποῦ ἔλαβον, ἄλλα μοὶ λέγουσιν ὅτι ἐκίνησε διὰ Βιένναν, ἄλλα ὅτι ἐπῆγεν εἰς Μόσχαν. Πλὴν ὅλα αὐτὰ ἀδέσποτα. Ὑπομονή, Νικήτα μου, αἱ εὐχαὶ τῶν καλῶν πατριωτῶν θέλουσιν εἰσακουσθῇ, καὶ ἐντὸς ὀλίγου θέλει τὸν ἀπολαύσωμεν ἐδῶ. Μὴν ἀπιστῇς εἰς τὴν προφητείαν τοῦ Ἀγίου Ἀντωνίου. Ὁλίγη ὑπομονή ὅμως χρειάζεται. Ὁ δὲ πόλεμος τῆς Ῥωσσίας εἶναι ἄφευκτος. Κατὰ τὰς πληροφορίας ὁποῦ ἔχω τὰ πράγματα ἐφούσκωσαν εἰς βαθμόν, ὥστε κακὰ θὰ σπάσουν εἰς τὸ κεφάλι τοῦ Μαχμούτη. Τὴν ἀρχόντισσάν της προσκυνῶ, τὰ φιλτάτα της ἀσπάζομαι, τὸν δὲ κύριον Ἀθανασιάδην ἡδέως προσαγορεύω. Ἐπευχόμενός σοι δὲ ὑγείαν καὶ καλὴν ἀντάμωσιν, μένω.
Τῇ 15 Ὀκτωμ(βρίου) 1823
ἐκ Τριπολιτζᾶς
ὁ εἰλικρινής φίλος καὶ πατριώτης
Δημήτριος Ὑψηλάντης
[ἐπιγραφὴ διεύθυνσης:]
Τῷ γενναιωτάτῳ στρατηγῷ κυρίῳ Νικήτᾳ Σταματελοπούλῳ
[ἐπὶ τοῦ νώτου, ἀπὸ ἄλλο χέρι:]
Δ. Ὑψηλάντης 1823
[σὲ ἄλλο σημεῖο:]
8βριος 1823