Περίληψη
Ἐπιστολὴ τοῦ Νεόφυτου Βάμβα πρὸς τὸν Νικήτα Σταματελόπουλο, μὲ τὴν ὁποία ἐκφράζει τὴ λύπη του γιατὶ «ἐγέλασαν» τὸν παραλήπτη οἱ –μὴ κατονομαζόμενοι– «πλάνοι» ἀλλὰ προφανῶς ἐννοοῦνται οἱ Ἀνδρέας Λόντος καὶ Ἀνδρέας Ζαΐμης, ποὺ εἶχαν καταφύγει μαζί του ἀρχικὰ στὴ Στερεὰ Ἑλλάδα. Τὸ περιεχόμενο τῆς παρούσας ἐπιστολῆς ἀφορᾶ τὸν ἐμφύλιο πόλεμο ποὺ εἶχε λήξει εἰς βάρος τῆς παράταξης τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, καὶ ὁ Νικ. Σταματελόπουλος εἶχε καταφύγει, μαζὶ μὲ ἄλλους, ἀπὸ τὰ τέλη Δεκεμβρίου 1824, στὴ Δυτικὴ Στερεὰ Ἑλλάδα (Ἡμερολόγιο τοῦ Ἀγώνα, σ. 354) καὶ ἐκείνη τὴ στιγμὴ βρισκόταν στὴ νησίδα Κάλαμος. Ὁ Νεόφ. Βάμβας, ἀπὸ τὴν Κεφαλλονιὰὅ που διαβιοῦσε (γιὰ τὸν Βάμβα στὰ Ἑπτάνησα βλ. Παν. Μιχαηλάρης, «Νεόφυτος Βάμβας», σ. 97 κ.ἑξ), καλοῦσε τὸν Νικ. Σταματελόπουλο νὰ δείξει σὲ ὅλο τὸν κόσμο πὼς εἶναι «ὁ ἐγκάρδιος φίλος της ἑλληνικῆς ἐλευθερίας» καὶ νὰ ἐπιστρέψει στὰ πεδία τῶν μαχῶν. Χαρακτηριστικά, σημειώνει πὼς μπορεῖ τὸ γράμμα του νὰ μὴν τὸν ἔβρισκε στὸν Κάλαμο, ἀλλὰ ἤδη νὰ «ἐπέρασεν εἰς τὴνἙλλάδα» γιὰ νὰ πολεμήσει.
Προηγούμενες Εκδόσεις: ΙΑΘ τ. 2, σ. 235-236.
Φίλτατε στρατηγέ Νικῆτα,
Δὲν ἐμπορῶ νὰ σοῦ φανερώσω πόσην λύπην ἔλαβα, ὅταν ἔμαθα ὅτι σ’ ἐγέλασαν οἱ πλάνοι, καὶ σ’ ἔσυραν εἰς τὴν αἰσχρὰν καὶ ἄτιμον φυγήν των. Ναί, φίλε, τὸ εἶπα εὐθύς, καὶ τὸ λέγω, ὅτι σ’ ἐγέλασαν. Γνωρίζω τὴν καλὴν καὶ πατριωτικὴν καρδίαν τοῦ Νικήτα, καθὼς γνωρίζω καὶ τὴν ἀνδρίαν του. Διὰ τοῦτο ἀφίνω τὴν σιωπήν, εἰς τὴν ὁποίαν μ’ ἐκρατοῦσεν ἡ μεγάλη λύπη, καὶ σοῦ γράφω, καὶ σὲ παρακαλῶ, ὡς φίλος, καὶ ἀδελφός, νὰ δείξῃς εἰς τὴν πατρίδα καὶ εἰς τὸν κόσμον ὅτι, ἂν καὶ ὡς ἄνθρωπος ἐγελάσθης, εἶσαι ὅμως πάντα ἐκεῖνος ὁ Νικήτας, ὁ φοβερὸς εἰς τοὺς Τούρκους, ὁ ἐγκάρδιος φίλος τῆς ἑλληνικῆς ἐλευθερίας. Ἐγὼ ἔφυγα βιασμένος ἀπὸ ἐκείνας τὰς διαβολικὰς φατρίας. Ἔφυγα, ἐπειδὴ ἔβλεπα ὅτι ὁ λόγος μου δὲν εἶχε πλέον καμμία δύναμιν, καὶ προσμένω τὸν ἐπιτήδειον καιρόν, διὰ νὰ ἐπιστρέψω καὶ ν’ ἀρχίσω ἄλλον ἀγῶνα, νὰ διδάσκω καὶ νὰ φωτίζω ὅσον ἐμπορῶ, τὰ τέκνα τῆς πατρίδος. Ἄμποτε νὰ ἤμουν καὶ πολεμικὸς εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας! Δὲν ἤθελα σαλεύσειν ποτέ! Πλὴν τὸ πολεμικὸν δὲν μοῦ τὸ ἔδωσεν οὔτε ἡ φύσις, οὔτε ἡ ἀνατροφή. Σὺ ὅμως, γενναῖε Νικήτα, μὴν ὑποφέρῃς νὰ κάθεσαι περισσότερον καιρὸν μακρὰν ἀπὸ τὸν κάμπον τῆς δόξης. Μὴν ἀφήσῃς νὰ μαρανθῶσιν οἱ στέφανοι τοὺς ὁποίους ἀπόκτησες μὲ τὸ αἷμα σου. Ἡ Διοίκησις τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι καθὼς τότε. Τώρα οἱ νόμοι ἔχουν δύναμιν, καὶ οἱ διοικηταὶ γνωρίζουν τὰ ἀληθινὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, καὶ τιμοῦν τοὺς γενναίους ὑπερμάχους τῆς ἐλευθερίας. Ἂς ἀκουσθῇ λοιπὸν εἰς τὸν κόσμον, ὅτι ὁ Ἀχιλλεὺς Νικήτας, ἀφήσας τοὺς λαοπλάνους Ὀδυσσέας [28] τῆς Ἰθάκης, ἔτρεξεν εἰς τὴν μάχην τῆς ἐλευθερίας ἐναντίον τῶν ἀνάνδρων Ἀνατολιτῶν καὶ Αἰγυπτίων, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν νὰ μᾶς ὑβρίσωσιν. Ἂς μάθωσιν οἱ βάρβαροι ὅτι οἱ ἀληθινοὶ Ἕλληνες ἐμποροῦν νὰ γελασθῶσιν· ἐμποροῦν καὶ νὰ θυμώσωσιν· εἶναι ὅμως πάντα πιστὰ τέκνα εἰς τὴν μητέρα τῶν ἡρώων καὶ τῆς ἐλευθερίας. Ἴσως ἡ γενναία σου ψυχὴ ἐπέρασεν εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὶν φθάσῃ τὸ γράμμα μου· ἀλλ’ ἐὰν σὲ εὕρῃ αὐτοῦ ἀκόμη, πόσην χαρὰν θὰ λάβω, ἂν τὰ λόγια ἑνὸς πιστοῦ φίλου σου συντρέξωσι καὶ εἰς τὴν δόξαν σου καὶ εἰς τὴν ὠφέλειαν τῆς πατρίδος.
Τήν 17 Μαρτίου 1825 [29]
ὁ φίλος σου
Ν. Βάμβας
[ἐπιγραφὴ διεύθυνσης:]
Πρὸς τὸν γενναῖον στρατηγὸν Νικήταν
Εἰς τὸν Κάλαμον
[σφραγίδα:] ISOLA DI CEFALONIA
[ἐπὶ τοῦ νώτου:]
Ν. Βάμβας
1825
[πλαγίως:]
Νικήτα
28. Στὸ ΙΑΘ ἐκδίδεται ἐσφαλμένα «τὸν λαοπλάνον Ὀδυσσέα». 29.Στὸ ΙΑΘ ἔχει προστεθεῖ ἐσφαλμένα ὡς τόπος ἀποστολῆς τὸ «Ναύπλιον», ἐνῶ ἀπὸ παρανάγνωση χρονολογεῖται στὶς 12 Μαρτίου.