Περίληψη
Ἐπιστολὴ τοῦ Γενναίου Κολοκοτρώνη πρὸς τὸν πατέρα του Θεόδωρο, μὲ τὴν ὁποία τὸν ἐνημερώνει γιὰ τὶς κινήσεις τῶν αἰγυπτιακῶν δυνάμεων καὶ τὶς συνεχεῖς λεηλασίες. Ζητᾶ ἐπιτακτικὰ νὰ ἔλθει στὸ στρατόπεδο, γιατὶ εἶχαν γεννηθεῖ ἀμφιβολίες στοὺς στρατιῶτες («νὰ σὲ ἰδῇ ὁ κόσμος διότι δὲν τὸ πιστεύει»). Στὴ συνέχεια ἀναφέρεται στὴ λιποταξία τοῦ Ρουμελιώτη καπετάνιου [Σπύρου] Ξίδη μαζὶ μὲ τὸ σῶμα του, ἡ ὁποία προξένησε ἀλγεινὴ ἐντύπωση σὲ ἄλλους προσερχόμενους στὸ στρατόπεδο καπετάνιους. Τὸν καλεῖ νὰ εἶναι αὐστηρὸς ἀπέναντι στὰ φαινόμενα λιποταξίας καὶ νὰ μεριμνήσει γιὰ τὴν ἐπιστράτευση καὶ τὴν ἀποστολὴ ἐνόπλων ἀπὸ διάφορες περιοχές. Ἀκόμη, ὁ Γενναῖος προτείνει στὸν πατέρα του νὰ συστήσει μιὰ ἐπιτροπὴ στὴν Τριπολιτσά, ἡ ὁποία νὰ φροντίζει γιὰ τὴν τροφοδοσία καὶ ὁ ἴδιος νὰ ἀνέβει στὰ ὀρεινὰ τῆς ἐπαρχίας Καρύταινας καὶ νὰ μεριμνήσει γιὰ τὴν πολεμικὴ ἐκστρατεία. Στὴν πρώτη δημοσίευση τῆς ἐπιστολῆς ἀπὸ τὸν Γενναῖο εἶχε ἀφαιρεθεῖ τὸ τμῆμα ποὺ ἀφορᾶ στὴ λιποταξία τοῦ [Σπύρου] Ξίδη. Τὸ παρὸν ὑποθέτουμε πὼς ἀναφέρεται στὸν Σπύρο ἢ Σπήλιο Ξίδη, ἀδερφὸ τοῦ εὐρύτερα γνωστοῦ σήμερα Εὐθύμιου Ξίδη, ὁ ὁποῖος εἶχε σκοτωθεῖ σὲ μάχη στὶς 6 Ἀπριλίου 1825 (βλ. Νικ. Σπηλιάδης, Ἀπομνημονεύματα, τ. 2, σ. 256 καὶ τ. 6, σ. 166· γιὰ τοὺς ἀδερφοὺς Ξύδη βλ. καὶ Γεώρ. Τσατσάνης, Γεώργιος-Λογοθέτης Ἀ. Κανναβός, σ. 49-50).
Προηγούμενες Εκδόσεις: Υπομνήματα, σ. 137 ▪ ΙΑΘ, τ. 2, σ. 280-281.
Πάτερ μου
Καὶ πρὸ ὀλίγου σᾶς ἔγραψα, καὶ ἤδη σᾶς λέγω, βιάσατε μίαν ὥραν ἀρχήτερα, νὰ εὔγητε εἰς τὰ βουνὰ τῆς Καρύταινας, καὶ νὰ συναχθοῦν τὰ ἅρματα ὅλα, καὶ νὰ καταβῇς νὰ σὲ ἰδῇ ὁ κόσμος δι’ ὅ,τι δὲν τὸ πιστεύει. Μὴ ἀργοπορῆτε, ἀλλὰ νὰ συναχθῆτε νὰ τοὺς πέσωμεν κοντὰ τῶν ἐχθρῶν, καθ’ ὅ,τι τὰ σκοπούμενά των ὡς φαίνεται, εἶναι διὰ ὀπίσω, καθ’ ὅ,τι ἡ καββαλλαρία ἐκτείνεται, ἁρπάζει ζῷα, κατακαίει χωρία, καὶ ἐπιστρέφει, δὲν βαστοῦν καμμίαν γραμμήν, ὥστε νὰ ὑποπτεύωμεν διὰ τὰ ἐδώ. Λάβετε καὶ τὰ ἐσώκλειστα, καὶ καταλαμβάνεται.
Ὁ καπ. Ξίδης ἀπροσδόκητα ἐπῇρε τὸ παϊράκι του, καὶ τοὺς συντρόφους του, καὶ ἐλιποτάκτησε, [[κατά]] καὶ ἐγώ προβλέπων τὴν ὅσην βλάβην προξενεῖ ἡ λιποταξία του, καὶ ὅσην ἀταξίαν εἰς τὸ στρατόπεδὀν μας, τῷ ὡμίλησα, ὁμοίως καὶ οἱ Τριπολιτζῶται, καὶ χωρὶς τοῦ νὰ προτείνῃ κᾄν ἓν δίκαιον, ἀπέδρασεν. Ὁ κίνδυνος τῆς Πατρίδος ἀπαιτεῖ στρατιώτας, αὐτὸς ἔγινεν αἴτιος νὰ ψυχρανθῶσιν οἱ στρατιῶται, ἄρα κάμετε κρίσιν! Τὸ μόνον αἴτιόν του εἶναι ἡ στέρησις τροφῆς, δὲν ἦτον ὅμως μόνος, καὶ ὅλοι οἱ στρατιῶται τὰ αὐτὰ δοκιμάζουσιν· ὥστε ἂν αὐτὸς φανῇ δεκτὸς εἰς τὴν Τριπολιτζάν, βέβαια καὶ ἐγὼ τὸ αὐτό, ἂν δὲν θέλω νὰ κάμω, θέλω βιασθῶ ἀπὸ ἄλλους διὰ νὰ μὴ μείνω μεμονωμένος. Τὴν αὐτὴν ὥραν ἔφθασε καὶ ὁ ἀδ(ελφὸς) καπ. Ἰωάννης Ζαφειρόπ(ουλος) μὲ ἐκατὸν πεντήκοντα στρατιώτας τοῦ Ἁγίου Πέτρου· ἅμα ὁποῦ ἡ γενναιότης του ἔμβαινεν εἰς ἢ θέλει προξενήσει καὶ αὐτοῦ. Λέγουν ὅτι τὸν ἠκολούθησαν καὶ μερικοὶ Τριπολιτζῶται. Λοιπὸν εἰς τὰ τοιαῦτα γνωρίζετε ὅτι πρέπει νὰ ᾖσθε δραστικός, καὶ ἀνάγκη πᾶσα νὰ τὰ οἰκονομήσητε εὐθύς, καὶ κατὰ τὴν ἀναφορὰν τῶν Τριπολιτζωτῶν στρατιωτῶν, τοὺς ὁποίους βλέπω πολλὰ προθύμους εἰς τὸν ὑπὲρ Πατρίδος ἀγῶνα. Ἡ ἐκλαμπρότης σας, ἀνάγκη μεγίστη, νὰ ἀφήσητε ἐπιτροπὴν αὐτοῦ, νὰ ἐκπληροῖ ἀόκνως τὰ περὶ τροφῶν, καὶ ἄλλων ἀναγκαίων, καὶ νὰ ἀναβῇτε εἰς τὰ βουνά, νὰ βάλητε ἔμπροσθεν ὅλα τὰ ἅρματα, δι’ ὅ,τι συμπεραίνετε πληροφορούμενος καὶ ἀπὸ τὸ γράμμα ὁποῦ πρὸς ἐμὲ ἀποκρίνονται οἱ Ἰσαῤῥιῶται. Προφθάσατὲ μας τροφάς, ντζεπχανέδες. Ἡ παρουσία σας, καὶ ἡ συσσωμάτωσις τῶν στρατευμάτων, προτρέποντες καὶ τὸν κ. Κανέλλον μὴ ἀργοπορῇ, θέλει δώσει μεγάλην ἐμψύχωσιν, καὶ διὰ τῶν εὐχῶν τῆς Πατρίδος θέλομεν δώσειν εἰς τὸν διάβολον τοὺς Ἄραβας. Βιάσατε καὶ τοὺς ἄλλους Ἁγιοπετρίτας, καὶ Πραστιῶτας νὰ προφθάσουν καὶ αὐτοί. Ταῦτα καὶ μένω.
1825, Μαΐου 25, Λεοντάρι.
Ὑιὸς σας πειθήνιος,
Ἰωάννης Θ. Κολοκοτρώνη
Σᾶς περικλείω καὶ τὸν κατάλογον τῶν τριπολιτζωτῶν στρατιωτῶν.
[ἐπιγραφὴ διεύθυνσης:]
Τῷ ἐκλαμπρ(οτάτῳ) κ. Θεοδώρῳ Κολοκοτρώνῃ προσκ(υνητῶς)
[σημείωση τοῦ ἀποστολέα:]
ξινάρια, ξινάρια, καὶ τζεκούρια
[ἐπὶ τοῦ νώτου:]
Μαΐου 25
Ἰω. Θ. Κολοκοτρώνης