Αρχειακός Τόπος Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Ἐπιστολὴ τοῦ Γεώργιου Σισίνη πρὸς ἄδηλους παραλῆπτες, φαίνεται ὅμως ὅτι οὐσιαστικὰ ἀπευθύνεται σὲ ἕνα πρόσωπο, τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη προφανῶς, στὸ ἀρχεῖο τοῦ ὁποίου ἄλλωστε βρέθηκε τὸ ἔγγραφο. Μὲ τὴν ἐπιστολὴ ὁ Γεώργ. Σισίνης ἀρχικὰ ἀναφέρεται στὴ στρατολογία στὴν ἐπαρχία Γαστούνης. Σημειώνει ὅτι «ὁ μουκατᾶς ἐδῶ μεγάλην χαλάστραν ἔκαμε διὰ τὴν τοποθέτησιν τῶν στρατιωτῶν καὶ ἀκολουθᾷ καθ’ ὥραν παληροία (sic)», διατύπωση κάπως δυσνόητη, ποὺ συνδέει τὶς προσόδους τῆς ἐπαρχίας μὲ τὴν ἀνάγκη ἀποπληρωμῆς τῶν στρατευμάτων (γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἐπαρχία Γαστούνης δημοπρατήθηκε στὶς 20 Ἀπριλίου 1825 γιὰ ποσὸ ὕψους 440.000 γροσιῶν, βλ. Εὐάγγ. Σαράφης, Θεσμικὴ συγκρότηση καὶ ἔλεγχος οἰκονομικῶν πόρων, σ. 153-154). Γιὰ τὴν ἀναγκαία στρατολόγηση ὁ Σισίνης ἀπέστειλε στρατιῶτες σὲ ὅλη τὴν ἐπαρχία, ἀκολουθώντας τὴν τακτικὴ «μὲ φωτιὰ καὶ μὲ τζεκούρι». Τὰ στρατεύματα ἀπὸ τὴ Γαστούνη θὰ στρατοπέδευαν στὶς θέσεις Τζαούσι Διάσελο (ἀταύτιστη), Τζάιλο (σημ. Πηγάδια Ἀχαΐας, βλ. Θεόδ. Λουλούδης, Ἀχαΐα. Οἰκισμοί, οἰκιστές, αὐτοδιοίκηση, σ. 322-323), Ἀλιτσελεπῆ (σημ. Βουπράσιο), Ριόλο καὶ Μανωλάδα, προκειμένου νὰ ἀποτρέψουν ἐνδεχόμενη συνένωση τῶν δυνάμεων τοῦ Ἰσοὺφ πασᾶ, ποὺ εἶχαν ἐξέλθει ἀπὸ τὴν Πάτρα, μὲ ἐκεῖνες τοῦ Ἰμπραὴμ πασᾶ. Πληροφορεῖ, ἀκόμη, τοὺς παραλῆπτες πὼς ὁρίστηκαν ἀρχηγοὶ τῶν στρατευμάτων Καλαβρύτων, Βοστίτσας (ἐπαρχίας Αἰγίου) καὶ Γαστούνης ὁ Ἀνδρέας Ζαΐμης, ὁ Ἀνδρέας Λόντος καὶ ὁ Χρύσανθος Σισίνης, ἀντίστοιχα. Στὸ ὑστερόγραφο προστίθενται πληροφορίες ποὺ ἔφτασαν ἀπὸ τὸ Μεσολόγγι καὶ κυρίως ἡ φήμη γιὰ «ἕναν φοβερὸν βρόντον», ποὺ δὲν γνωρίζει ἀπὸ ποιὰ αἰτία προῆλθε· πιθανῶς πρόκειται γιὰ τὴ μάχη ποὺ ξεκίνησε τὸ ἀπόγευμα τῆς 12ης Ἰουνίου στὸ Μεσολόγγι (βλ.Ἑλληνικὰ Χρονικά, φ. 47, 13.6.1825).

Προηγούμενες Εκδόσεις: Υπομνήματα, σ. 157-158 ▪ ΙΑΘ, τ. 2, σ. 342-343.

Ἐξοχώτατοι ἀδελφοί! Καὶ ἐχθὲς σόγραφα διὰ ὅλα καθὼς καὶ διὰ τὸν κύνδινον τοῦ Μισολογκίου, καὶ τὴν νίκην ὁποῦ ἔκαμαν οἱ ἐδικοί μας κατὰ τῶν Τουρκῶν εἰς Σάλωνα, στοχάζωμαι νὰ σὰς ἔγινε γνωστὴ καὶ ἀπὸ ἄλλο μέρος. Ὁ μουκατὰς ἐδῷ μεγάλιν χαλάστραν ἔκαμε διὰ τὴν τοποθέτισιν τῶν στρατιωτῶν καὶ ἀκολουθᾶ καθ’ ὥραν παληροία. Ἐγώ ἔβγαλα εἰς ὅλιν τὴν ἐπαρχίαν, μὲ φωτιᾶ καὶ μὲ τζεκούρη νὰ βγάλουν ὅλους τοῦς στρατιώτας νὰ πιάσουν τὰς θέσις Τζαούσι Διάσελο καὶ Τζάϊλο, ἂν εὔγι ἐκεῖθε ὁ πασᾶς νὰ τὸν ἐμποδίσουν, καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι νὰ πιάσωμεν τὸ Ἀλὶ Τζελεπί, Ῥιόλο καὶ Μανολάδα, καὶ βγαίνω καὶ ὁ ἴδιος εἰς τὴν ἐπαρχίαν διὰ τοῦς στρατιώτας. Εἶναι εὔλογον τὰ καλαβρετινᾷ στρατεύματα, κορινθιακᾷ να κατεβοῦν εἰς τὰς θέσις τῆς Γαστούνης νὰ σισοματοθῶμεν ὁποῦ ὅταν κἄμει χρεῖα οἱ μισὶ νὰ μείνωμεν εἰς τὴν ἀνθίστασιν τῆς Πάτρας, καὶ οἱ μισοὶ νὰ τρέξωμεν κατὰ τοῦ Ἰμπραϊμπασᾶ ἂν κἄμει χρεῖα. Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ γράψετε τῆς Διοικήσεως (νὰ τελειώσι διότι εἶναι ἀναγκαῖον)· φαίνεται ὅτι εἰς τὰ τῶν Καλαβρύτων στρατεύματα διορίζεται ὁ Ζαΐμης ἀρχιγός, εἰς τὰ τῆς Βοστίτζας ὁ Λόντος καὶ εἰς τὰς θέσις Γαστούνης ὁ Χρύσανθος· βλέπω ἡ ζαηρέδες σχεδὸν ἐτελείωσαν, καθὼς καὶ τζέπχανέδες ὁλίγοι, καὶ πῶς ἔχει νὰ οἰκονομηθεῖ αὐτὸ δὲν ἰξεύρο. Δια τούτο γράψεται. Στέλνο μαξοὺς τὸν ἐδικόν μας καπ. Ἡλία Ἀγκελόπουλον, διὰ νὰ εἰδῇ νὰ πλιρωφοριθεῖ τὰ περὶ Τουρκῶν, καὶ νὰ τοῦ εἰπίται διὰ νὰ ἡσυχάσωμεν καὶ πάρωμεν τὰ μέτρα μας διατὶ ἐδῷ ὁ λαὸς ἐπῆρε μεγάλον φόβον. Προσέτι ἔχει κάτι λογαριασμὸν ὁ Μαστρόδιμήτρις Στεμνιτζιώτις, καὶ νὰ μού φέρουν τοῦς παράδες ὅτι ἔχω μεγάλιν στενοχωρίαν τόσον σχεδὸν μήτε ἔξωδά μου καὶ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, εἶναι εὔλογον νὰ μοὺ στείλεται ἐδῷ τὸν Μαστρόδιμήτρι Μουτζόπουλον μὲ τοῦς παράδες καὶ μὲ τὰ σίνεργα νὰ κόψομεν τὸν λογαριασμόν, καὶ ἂν τὰ σίνεργα τάχι κἀνεὶς νὰ τὰ πάρεται νὰ τοῦ τὰ δόσεται νὰ μοὺ τὰ φέρῃ. Ἐγώ προσμένῳ τὸν Ἱσούφ πασᾷ ἡμέραν παρ’ ἡμέραν μὲ χιλίους περίπου διὰ νὰ ἀπεράσι νὰ ὑπάγει νὰ σοματοθὶ μὲ τὸν Ἱμπραΐμ πασᾷ καὶ καθὼς ἄνωθεν σὰς λέγο ἐγὼ ἔστειλλα νὰ πιάσο τοῦ Τζαούσι τὸ Διασέλο καὶ τὸ Τζαΐλο καὶ τὴν Μανολάδα. Λοιπὸν ὅταν ἕλθη ἀφ’ οὗ πολεμίσωμεν καὶ τζακισθῶμεν σᾶς δίδο τὴν εἴδισιν διὰ νὰ πάρεται τὰ μετρα σας. Διὰ τὸ βγαλσιμόν τον καὶ πιγεμό τον εἶναι ἄφευκτον, ὅτι ἔχωμεν τὴν βεβαιώτητα ἐντελεστάτην καὶ ἀπὸ τὴν θάλασαν καὶ ἀπὸ τὴν ξηράν. Τώρα ἔλαβα γράμμα ἀπὸ τὸν εὐγενέστατον κύριον Ἀνδρέαν Ζαΐμιν, ἀπὸ Κερτίζα λεγοντάς μου ὅτι ἐξεκίνησε διὰ τὰ αὐτοῦ εἰς βοΐθιαν καθὼς καὶ οἱ ἄλλι στρατιγοὶ ἔρχωνται. Λοιπὸν σὲ παρακαλῷ νὰ μοὺ ζογραφίσεται τὰ πράγματα καὶ τὰς ἐκβάσεις. Ἄλλο τὶ νὰ σὰς εἰπῷ δὲν ἔχο, σὰς τὰ παρεστησα ὅλα. Ἀγκαλὰ καὶ σήμερις μὰς εἶπαν ὅτι 7 χιλ(ιάδες) Τούρκοι ἔρχωνται, μισοὶ πεζοὶ καὶ μισοὶ καβάλα, ὅμως αὐτὸ εἶναι ψεύμα· ὅτι ἀλιθεύσι ἀπ’ ἐδῷ ἔχεται μαξοὺς πεζὸν διὰ ὁδιγίαν σας καθὼς καὶ ἡ ἀφεντιά σας τὸ ἴδιον νὰ κἄμεται. Ὑγειαῖνεται. ὁ ἀδελφός σας γεώργιος σισίνης 1825, Ἰουνίῳ 12, Γαστούνη Τώρα ἔλαβον γράμμα ἀπὸ Γλαρέντζα καὶ μου λέγουν ὅτι ἄκουσαν ἕναν φοβερὸν βρόντον εἰς Μισολόγκι, τὸ αἴτιον ἀγνοῶμεν εἰσέτι, δὲν ἰξεύρῳ μὴν ἔβαλλαν μίνα τὰ καράβια μας, ἔπειασαν ἕνα καράβι μὲ παξιμάδι καὶ πολεμοφόδια καὶ ἐκαταφθάσθι τὸ Μισολόγκι ὁποῦ δέν εἶχε διὰ τρεῖς ἡμέρας ψομή καὶ τώρα ἔχει διὰ τρεῖς μῆνας. Προσμένουν καὶ ἄλλα δύο ἀπὸ Μισίρι εἶπαν ὅτι ἔρχονται. Τοῦ στρατιγοῦ Νικήτα καθιμερινῶς τοῦ γράφω τὰ αὐτοῦ διατρέχωντα. [πλαγίως:] Ἂν αὐτοῦ ἔφθασε ὁ πανευγενέστατος κύριος Ἀ. Ζαΐμης τὸν ἀσπάζομαι ἀδελφικῶς. Τὴν ἀπόκρισιν τοῦ γραμματός του τὴν δίδο τοῦ πεζοῦ του. Εἴθελα τὴν στείλλο αὐτοῦ μὰ δέν ἴξευρα ἂν εἶναι φθασμένος· ἀπὸ τὸ γράμμα ἐτούτο ὅμως πληροφορεῖται. [ἐπὶ τοῦ νώτου:] Σησηνης 1825
Λήψη Αναφοράς