Αρχειακός Τόπος Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Ἐπιστολὴ τοῦ Σωτήριου Χαραλάμπη πρὸς ἄδηλους παραλῆπτες, μὲ τὴν ὁποία μεταφέρει πληροφορίες γιὰ τὴν ἔξοδο τῶν Ὀθωμανῶν ἀπὸ τὸ φρούριο τῶν Πατρῶν καὶ τὴν κατάληψη τῆς Βοστίτσας (Αἰγίου). Οἱ πληροφορίες ἔφτασαν στὸν Σωτ. Χαραλάμπη ἀπὸ τὸν «κὺρ Ἀσημάκη ἐκ Κερπινῆς», δηλαδὴ τὸν Ἀσημάκη Ζαΐμη, καὶ ἀπὸ τὸ Διακοφτό. Οἱ Ὀθωμανοὶ πέρασαν ἀπὸ τὸ ταμπούρι στὸ Βαθύ (στενὸ πέρασμα τοῦ παραλιακοῦ δρόμου μεταξὺ Πάτρας καὶ Αἰγίου, κοντὰ στὸ σημερινὸ χωριὸ Ψαθόπυργος, βλ. Κων. Τριανταφύλλου, Ἱστορικὸν Λεξικὸν Πατρῶν, τ. 1, σ. 289-290), κατευθύνθηκαν στὴ Βοστίτσα καὶ προχώρησαν σὲ λεηλασίες καὶ καταστροφὲς (γιὰ τὴ λεηλασία τῆς Βοστίτσας βλ. καὶ Σπ. Τρικούπης, Ἱστορία, τ. 3, σ. 167). Ὁ ἐπιστολογράφος, ἀκόμη, δίνει πληροφορίες γιὰ τὶς κινήσεις τοῦ Δημήτριου Μελετόπουλου, ποὺ κατέφυγε μὲ τοὺς στρατιῶτες του στὴ μονὴ Ταξιαρχῶν, καὶ γιὰ τὸν Ἀσημάκη Ζαΐμη, ὁ ὁποῖος παρακινοῦσε «τοὺς χωριανούς του καὶ τὰ πέριξ χωρία νὰ εὔγουν ὁπλοφόροι». Μὲ συναισθηματικὴ φόρτιση ὁ Σωτ. Χαραλάμπης διεκτραγωδεῖ τὴν κατάσταση στὴν περιοχή, δηλώνοντας πὼς ἦταν «πλέον σαστισμένοι, ὅσοι εὐρισκόμεθα ἐδῶ, τί νὰ κάμωμεν δὲν ἠξεύρωμεν», καὶ ἐκφράζει τὸν φόβο του γιὰ τὴν ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων. Ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα προκύπτει ὅτι ἡ ἐπιστολὴ συντάχθηκε στὰ Καλάβρυτα.

Προηγούμενες Εκδόσεις: ΙΑΘ, τ. 2, σ. 348-349.

Εὐγενέστατοι κύριοι! Σήμερον πρὸ τὰς ὀκτὼ ἀπὸ γράμμα τοῦ ἀδελφοῦ κὺρ Ἀσιμάκη ἐκ Κερπινῆς, καὶ ἀπὸ μέρους Διακοπτοῦ ἐπληρο<φο>ρήθημεν ὅτι οἱ ἐν Πάτραις ἐχθροί, σίμερης πρὸς τὰ ξυμερόματα διὰ θαλάσσης, καὶ διὰ ξηρᾶς, ὡς λέγουν ἔσχισαν τὸ ταμπούρι ἀπὸ τὸ λεγόμενον Βαθύ, καὶ ἔφθασαν εἰς Βοστίτζαν· ἐξαίφνης ἔλαβον τὴν εἴδησιν οἱ εὑρισκόμενοι εἰς Βοστίτζαν Χριστιανοί, καὶ ὅσοι ἠμπόρεσαν ἐτραβήχθησαν, καὶ μερικοὶ μικρᾶς καταστάσεως ἄνθρωποι αἰχμαλωτίσθησαν παρὰ τῶν ἐχθρῶν, ὁ δέ στρατηγὸς Μελετόπουλος μέ τοὺς εὑρισκομένους ἀνθρώπους του ἐτραβήχθησαν εἰς Ταξιάρχην. Λέγουν ὅτι ἔγιναν τρεῖς κολόνες οἱ ἐχθροί, μάληστα οἱ καβαλαραίοι ἔπεσαν εἰς τὸν κάμπο, ἔκαψαν θεμονιαῖς, βεβαιότητα σωστὴν δέν ἔχωμεν. Τόσον μόνον εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ ἐχθροὶ ἦλθον εἰς Βοστίτζα, πόσοι ὅμως ἄδηλον. Ὁ ἀδελφὸς κὺρ Ἀσιμάκης ἦτον εὐγαλμένος χθὲς ἀπὸ ἐδὼ διὰ Κερπινήν, διὰ νὰ παρακινήσῃ τοὺς χωριανούς του καὶ τὰ πέριξ χωρία νὰ εὔγουν οἱ ὁπλοφόροι νὰ ὑπάγουν κατὰ τὸ μέρος τοῦ Νεζεροῦ· ἔστρεψαν κατὰ τὸ μέρος τῆς Μαμουσάς· ἐγράψαμεν κατὰ τὸ μέρος τῆς Κλουκίνας νὰ εὔγουν ὅσοι ὁπλοφόροι εἶναι νὰ στείλουν νὰ προφθάσουν, καὶ ἐκείνους ὁποῦ εὐγεῖκαν μέ τὸν υἱόν μου Ἀναστάσιον νὰ ὀπισθοδρομήσουν, πλὴν αὐτοὶ στοχαζόμεθα νὰ ἐτράβηξαν ἀπόψε ἕως Λικούριαν. Στοχασθεῖτε λοιπὸν εἰς τὶ εὑρέθησαν, καὶ ὅτι ἂν κινήσουν διὰ τὰ ἐδὼ δέν θέλει λάβουν ἀνθίστασιν, καὶ ὁ Θεὸς γένοιτο ἵλεος· σᾶς δίδωμεν λοιπὸν αὐτὴν τὴν πικρὰν εἴδησιν διὰ νὰ ἠξεύρετε. Ἡμεῖς πλέον σαστισμένοι, ὅσοι εὑρισκόμεθα ἐδώ, τὶ νὰ κάμωμεν δέν ἠξεύρωμεν, ἡ εὐγενεία σας εἶσθε αὐτοῦ, οἱ στρατιώταις μαζύ σας, ἡμεῖς πλέον ἐδὼ μόνοι, οἱ ἐχθροὶ μας τέσσαρες ὥρες ἀλάργα, τὸ τὶ μέλει γ[ε]νέσθαι εἰς ἡμᾶς κύριος οἶδεν. Λάβεται ὅμως τ[ὴν εἴ]δησιν διὰ πληροφορίαν σας. Ταῦτα καὶ μένω. Τῇ 14 Ἰουνίου, ἡ ὥρα εἰς τὰς 11. Σωτήριος Χαραλάμπη
Λήψη Αναφοράς