Αρχειακός Τόπος Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀνδρέα Λόντου πρὸς τὸν Γενικὸ Ἀρχηγὸ Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, σὲ συνέχεια προηγούμενης,τὴν ὁποία εἶχε ἀποστείλει στὶς 13 Αὐγούστου (βλ. σχετ.). Ὁ Λόντος ἐνημερώνει πὼς ἔφυγε ἀπὸ τὸ χωριὸ Ροϊνὸ γιὰ νὰ συνενωθεῖ μὲ τὸν Γεώργιο Γιατράκο, τὸν Γενναῖο Κολοκοτρώνη καὶ τοὺς ἀδελφοὺς Ζαχαρόπουλους. Μεταφέρει τὶς πληροφορίες ποὺ ἔστειλε ὁ Ἠλίας Μπουνάρος ἀπὸ τὸ Ἀνεμοδούρι πὼς ὁ Ἰμπραὴμ πασᾶς εἶχε φτάσει στὸ Νταντέμπεγι (Δεδέμπεη, σημ. Τριπόταμο) καὶ τὸ Σινάνο (σημ. Μεγαλόπολη). Περιγράφει τὶς συγκρούσεις μεταξὺ ἑλληνικῶν καὶ αἰγυπτιακῶν δυνάμεων στὸ Καστράκι, ὅπου σκοτώθηκε ὁ μπουλουξῆς τοῦ Γενναίου Κολοκοτρώνη «καπετὰν Θεοδωρῆς Ἀγριανίτης» (ΜEΕ, τ. 1, σ. 459) μαζὶ μὲ ἄλλους δύο στρατιῶτες. Στὰ Ἀπομνημονεύματά του (σ. 137) ὁ Γενναῖος Κολοκοτρώνης ἀναφέρεται σὲ ἄλλον νεκρό (: «εἷς ἦτον καπετάνιος Μιστριώτης ὀνομαζόμενος Γεώργιος ἀπὸ [...]βρυτα», δηλαδὴ πιθανὸν ἀπὸ τὴ σημ. Ἀναβρυτή). Στὴ συνέχεια, οἱ ἑλληνικὲς δυνάμεις μετέβησαν στὸ Ἐπάνω Τζουρούμι τῆς Δαβιᾶς (: μικροτοπωνύμιο ἢ ἀναφορὰ σὲ γεωγραφικὸ ὅρο [τζουρούμι πιθανὸν ὁ βράχος]), ὅπου συγκρούστηκαν μὲ 150 Ὀθωμανούς, προξένησαν καταστροφὲς στοὺς μύλους καὶ πυρπόλησαν τὸ ἀποθηκευμένο γέννημα. Τέλος, ἀναφέρεται σὲ λάφυρα καὶ ζῶα ποὺ πῆραν οἱ Ἕλληνες καὶ ἐνημερώνει πὼς ἡ ὑγεία τοῦ Γεν. Κολοκοτρώνη ἦταν καλή.

Προηγούμενες Εκδόσεις: Ὑπομνήματα, σ. 242-243 ▪ ΙΑΘ, τ. 3, σ. 123-124.

Βλ. Σχετικά: 0512

Ἐκλαμπρότατε Γ(ενικὲ) Ἀρχηγέ, καὶ ἀδελφέ, Καθὼς καὶ προχθὲς τὸ δεῖλι, καὶ τὴν προψεσινὴν νύκτα σᾶς ἔγραψα ὅτι ἔμελλε νὰ μισεύσω ἀπὸ τὸ Ῥωινό, καὶ νὰ ὑπάγω νὰ ἑνοθῶ μὲ τοὺς λοιποὺς ἀδελφούς μας [Για]τράκον, Ζαχαρόπουλον, καὶ μὲ τὸν φίλτατόν σας Γενναῖον, διὰ νὰ εὑρίσκωμαι μαζύ τους, καὶ νὰ τοὺς εὐγάλω καὶ ἀπὸ τὴν ὑποψίαν διὰ τὸν ἑαυτόν μου. Χθὲς φωτώντας τὸ ἀκολούθησα, καὶ ἐμαρτζάρησα τόσον ὁγλήγωρα, ὥστε μὲ τὸν ἥλιον πρὸς τὸ εσπέρας ἔφθασα ἐδώ, μὲ σκοπὸν νὰ μισεύσω σήμερον νὰ ἑνοθῶ μὲ τοὺς ἐδικούς μας, ἀλλ’ ἅμα πρωίας ἔφθασαν ἐνταύθα σήμερον πανστρατιά. Ἡ αἰτία τῆς ἀναχωρήσεώς των ἀκολούθησε μὲ τὸ νὰ ἔλαβαν εἰς τὴν μισὴ ὥρα τῆς νυκτὸς γράμμα, ἀπὸ τὸν Μπουνάρο ὁποῦ ἦτον διωρισμένος εἰς τὸ Ἀνεμοδούρι καὶ τοὺς ἔλεγε, ὅτι ὁ πασᾶς εἶχε φθάσει εἰς Νταντέμπεγι, καὶ Σινάνου· τρεῖς ὥρας προτοῦ λάβουν αὐτὸ τὸ γράμα εἶχον ἰδῆ καὶ τὰ διωρισμένα σημεῖα εἰς τὸν τόπον τοῦ αὐτοῦ καραβουλίου. Τὰ δὲ πρακτικὰ των εἶναι τὰ ἀκόλουθα. Ἐκυρίευσαν ἐξ ἐφόδου τρία ταμπούρια εἰς τὸν μύλον τοῦ Κοτρωνιοῦ ὁμοῦ καὶ τὸ Καστράκι, ἔκαυσαν καὶ τὸν μύλον, καὶ ἐσκοτώθησαν καβαλαραίοι καὶ παιζοὶ καὶ πληγωμένοι ὑπέρ τοὺς πενήντα, καὶ ἀπὸ μὲν τοὺς ἐδικούς μας ἐφονεύθη ὁ κα(πετὰν) Θεοδωρῆς Ἁγριανίτης, καὶ ἄλλοι δύω στρατιώται, καὶ λαβωμένοι ἕξ, τέσσαρα ἄτια λαβωμένα καὶ ἕνα εἰς τὸν τόπο ἀπὸ τὰ ἐδικά μας. Μετὰ τὸ γεῦμα ἐπῆγαν οἱ ἐδικοὶ μας εἰς τὸ Ἑπάνω Τζουρούμι τῆς Δαβιᾶς, ὅπου ἦτον τοποθετημένοι 150 Τοῦρκοι, καὶ τρεῖς κολόναις εἰς τὸν κάμπον, καὶ πολεμοῦντες τοὺς ἐνίκησαν, τοὺς ἐτζάκησαν, καὶ ἐκυρίευσαν δύω ταμπούρια, ὁποῦ ἦτον ἕνα ταμποῦρι ἑπάνω ἀπὸ τὸν μύλον τῆς Δαβιᾶς, καὶ ἕνας πύργος ἀπὸ κάτω, τὰ ἐκυρίευσαν καὶ αὐτά, ἔκαυσαν καὶ τὸν μύλον. Τόσον τοὺς ἔκαμαν ὥστε ἐβιάσθησαν οἱ τακτικοὶ παιζοί, καὶ ἡ καβάλα ὁποῦ ἦτον εἰς τὸν κάμπον νὰ ἀποσυρθῶσι καὶ νὰ ἀπεράσουν πέρα ἀπὸ τὸ ποτάμι ἀποκάτω εἰς τὸ Παλιόκαστρο· καὶ εἰς αὐτὸν τὸν πόλεμον ἐκεῖ ἐσκοτώθησαν καὶ ἐπληγώθησαν ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς ὑπὲρ τοὺς ἑκατὸν σαράντα καὶ ἀπὸ τοὺς ἐδικούς μας ἐπληγώθη ἕνας. Εὕρηκαν οἱ Ἕλληνες εἰς τοὺς δύω μύλους [[οἱ Ἕλληνες]] μέσα, [[εἰς τοὺς μύλους,]] καὶ εἰς θεμονιαῖς, ὑπέρ τὰ χίλια μέτρα γέννημα ἀλωνισμένο, ἀρκετὰ πακιρικά, καὶ σκουτικά, τὰ ὁποία τὰ ἔκαυσαν ὅλα. Ἀπὸ μὲν τοὺς σκοτωμένους ἰππεῖς, ἐπῆραν δύω ἄτια οἱ ἐδικοί μας, ἐπῆραν ὁκτώ μουλάρια καὶ ὑπέρ τὰ τριάντα ἀλογογαΐδουρα ὁποῦ εὕρων εἰς τοὺς μύλους, καὶ εἰς τὰ ταμπούρια, καὶ ἀρκετὰ τουφέκια. Ἔχωμεν λαβωμένους εἰς τὸ μέρος μας ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω ὑπὲρ τοὺς 15, αὐτὰ τὰ χθὲς διατρέξαντα ἕως τὰς δώδεκα ὥρας. Παρακαλοῦμεν καὶ τὴν ἐκλαμπρότητά σας νὰ μᾶς φανερώσετε τὰ καθ’ ἡμᾶς, ἐπειδὴ ἐθεωρήσαμεν ὅτι διήρκεσε τὸ ἑσπέρας ἐπὶ πολὺ ὁ πόλεμος αὐτόσε. Εἰς τὰ προτητερινὰ γράμματά μου σὲ ἔβαλα εἰς ὑποψίαν περὶ τῆς ὑγιείας τοῦ Γενναίου, ἤδη σᾶς εἰδοποιῶ ὅτι ὁ Γενναῖος ὑγιαίνει. Πόσον ἔκαμε τὸ χρέος του εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς κάμω τὴν περιγραφὴν ἐπειδὴ τὸν γνωρίζεται ἀπὸ ἄλλην φοράν. Τὸν στρατηγὸν Κανέλον ἔχωμεν ἀσθενοῦντα, εἶναι ὅμως ἔξω κινδύνου· ἐστείλαμεν νὰ τοῦ φέρωμεν ἱατρόν. Ταῦτα καὶ μὲ ὅλον τὸ σέβας μένω. Τῇ 15 Αὐγούστου 1825 Βέρβενα. ὁ ἀδελφός σας, ἀνδρέας λόντος Περιμένωμεν μὲ τὸν παρόντα σουρνεζήν τὴν ἀπόκρησίν σας, καὶ ὁδηγίας σας. [ἐπιγραφὴ διεύθυνσης:] Πρὸς τὸν ἐκλαμπρότατον κύριον Θ. Κολοκοτρόνην τὸν Γ(ενικόν) Ἀρχηγὸν τῶν ἐν Πελ(οποννήσῳ) στρατοπέδων.
Λήψη Αναφοράς