Περίληψη
Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀνδρέα Λόντου πρὸς τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, μὲ τὴν ὁποία ἀναφέρεται σὲ ἐπιστολὴ ποὺ ἔλαβε ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν Νικήτα Σταματελόπουλο, ὅπου γίνεται ἀναφορὰ στὴν ἀναλογία, προφανῶς ἀνὰ ἐπαρχία, γιὰ τὴ συμπλήρωση τῶν 15.000 στρατιωτῶν (βλ. καὶ τὰ σχετ.). Ἀπορεῖ γιὰ τὴν ἀπουσία συνημμένου καταλόγου στρατιωτῶν ἀνὰ περιοχή. Δηλώνει πώς, μὴ ὑπακούοντας στὴν ἐντολή, ἀνέβαλε καὶ τὴ δική του ἀναχώρηση γιὰ τὸ στρατόπεδο, καθὼς πολλοὶ δὲν εἶχαν ξεκινήσει ἀκόμη, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ ἀσθένησε «ὀλίγον». Ἀπὸ τὴν παρούσα δὲν γίνεται σαφὲς ποιὸ πρόσωπο εἶναι ὁ «Κωνσταντίνος», ποὺ τὸν κράτησε ὡς «συνοδοιπόρο» του ὁ Ἀνδρ. Λόντος, ἀλλὰ πιθανὸν πρόκειται γιὰ τὸν Κων. Πελοπίδα, ποὺ βρισκόταν στὸ Ναύπλιο καὶ λίγες ἡμέρες ἀργότερα φαίνεται πὼς θὰ μετακινεῖτο πρὸς τὸ Γενικὸ Στρατόπεδο (βλ. ἔγγρ. [598]). Οἱ λόγοι τῶν ἀντιρρήσεων καὶ τῆς ἄρνησής του νὰ στρατολογήσει δὲν ἀναφέρονται στὴν ἐπιστολή, ὅπου ὅμως δηλώνει ὅτι θὰ τοὺς ἐκθέσει προφορικῶς στὸν Ἀρχηγό, ὅταν ἐπιστρέψει στὸ στρατόπεδο. Τέλος, ὁ ἐπιστολογράφος ὑπενθυμίζει τὴν ἀνάγκη νὰ ὑπολογιστοῦν στὴ στρατολογία τουλάχιστον 1.500 Μανιάτες, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ τεθοῦν ὑπὸ τὴν ὁδηγία ἀποκλειστικὰ τῶν Μαυρομιχαλαίων.
Προηγούμενες Εκδόσεις: ΙΑΘ, τ. 3, σ. 222-223.
Βλ. Σχετικά:
0586, 0587
Ἐκλαμπρότατε κύριε,
Ἀνέγνων ὅσα εἰς τὸ κοινὸν [[σας]] πρὸς ἐμὲ καὶ τὸν στρατηγὸν Νικήταν γράμμα σας μὲ τὸν Γενναῖον σημειοῖτε. Βέβαια καθ’ ἢν στιγμὴν πρὸς τοῖς ἄλλοις ἀπαιτεῖται καὶ ἡ ταχύτης εἰς τὸ ἐργάζεσθαι, ὅσα εἰς τὸ περὶ ἀναλογίας κεφάλαιον ἐνεργήσατε δὲν εἶναι κακῶς ἐνειργημένα, μολονότι ἡμεῖς τοιοῦτον ἀναλογίας κατάλογον οὐδὲ εἰς τὸ κοινόν μας γρᾶμμα περικλειομένον, οὐδὲ εἰς τὸ Πολεμικὸν Ὑπουργεῖον ἴδαμεν, καὶ ὄχι ὀλίγης ἀπορίας ἄξιον εἶναι τὸ αἴτιον τῆς λησμονησίας ταύτης. Ἐγὼ κατὰ τὴν διαταγήν σας μετὰ τοῦ Νικήτα ἤμην ἕτοιμος νὰ ἐξέλθω ἐντεῦθεν· ἀλλὰ μετὰ τὴν ἄφιξιν τοῦ Γενναίου, θεωρῶν τὸν ἀπομακρυσμόν σας, καὶ τὴν ἄργητα ἥτις θέλει ἀκολουθήσει ἕως νὰ συναχθῶσι καὶ οἱ ἄλλοι πλησίον σας, ἄλλοθεν ἀσθενήσας ὀλίγον κατ’ αὐτάς, ἀνέβαλα διὰ τοὺς λόγους τούτους τὴν ἀναχώρησίν μου. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον μὲ λέγετε νὰ στρατολογήσω εἶναι κατ’ ἐμὲ ἀσυμβίβαστος, διὸ πρὸς τὸ παρὸν τὸν ἀφήνω ἀνενέργητον, καὶ ἢ ἀκολούθως περὶ αὐτοῦ σᾶς ἐκφράζομαι εἰς πλάτος, ἢ ὅταν ἐνταμωθῶμεν προσωπικῶς ὁμιλοῦμεν τὰ δέοντα. Τὴν βραδύτητα τοῦ Κωνσταντίνου μὴ τὴν ἐκλάβητε ὡς ἔλλειψίν του, διότι ἐγὼ τὸν ἐκράτησα διὰ συνοδοιπόρον μου. Στοχάζομαι ἀναγκαῖον κατὰ χρέος ἀδελφικὸν νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι εἰς τὴν ὁλικὴν ποσότητα τῶν 15 χιλ(ιάδων) μισθωτῶν Πελοποννησίων ἦτον καὶ προσφυὲς εἰς τάς περιστάσεις καὶ ὠφέλιμον, μεταξὺ τῆς ἄλλης Πελοποννήσου, νὰ ἀναλογισθῶσι καὶ εἰς τὴν Σπάρτην τὸ ὀλιγώτερον πραγματικῶς 1500, [[τῶν]] οἱ ὁποῖοι νὰ διωρισθῶσι εἰς τὴν ἄμεσον ὁδηγίαν μόνης τῆς Μαυρομηχαλικῆς οἰκογενείας, χωρὶς εἰς τοῦτο νὰ ἐμβοῦν καὶ ἄλλα στοιχεῖα ἑτερογενῆ, ὥς Μούρτζ(ινος), Τζανετ(άκης) κλ. κλ.· σήμερον καὶ χθὲς ἐξ αἰτίας τῆς ἀσθενείας μου δὲν ἐνταμώθην μὲ τὸν ἀδελφὸν Νικήταν, διὰ τοῦτο δὲν σᾶς γράφομεν κοινῶς. Ἐν τοσούτῳ μένω,
Ναύπλιον, τῇ 2ᾳ 8βρίου 1825.
ὁ ἀδελφὸς
ἀνδρέας λόντος