Με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης συγκροτήθηκαν άτυπα διοικητικά όργανα σε τοπικό επίπεδο, με τα οποία οι επαναστατικές δυνάμεις αντιμετώπιζαν καταρχήν τις νέες ανάγκες που το καθεστώς πολέμου δημιουργούσε: τη στρατολόγηση, τον εφοδιασμό, τη διεύθυνση των επαναστατικών δυνάμεων. Ανάμεσα σε αυτούς τους προάγγελους της εθνικής διοίκησης, η Πελοποννησιακή Γερουσία είναι ίσως εκείνος με το ισχυρότερο στίγμα. Υπήρξε γέννημα της ανάγκης αλλά είναι και ένας θεσμός όπου συνυπήρχε η εθνική προσπάθεια ενοποίησης του κράτους, με τις ισχυρές τοπικές, κοινωνικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις που προέκυψαν και από την ίδια τη δυναμική της Επανάστασης. Ο ξεχωριστός αυτός θεσμός, που διαδραμάτισε καθοριστική σημασία στη διοικητική συγκρότηση των επαναστατημένων περιοχών, στην οργάνωση της επιμελητείας των ενόπλων σωμάτων και στην εδραίωση του Αγώνα, συζητήθηκε σε συνέδριο που οργανώθηκε από το Κοινωφελές Ίδρυμα Μιχαήλ Ν. Στασινόπουλος–ΒΙΟΧΑΛΚΟ και το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών στις 19 και 20 Νοεμβρίου 2021 στην Τρίπολη και στην Τεγέα.
Αφορμή για το συνέδριο ήταν η απόκτηση και φωτομηχανική αναπαραγωγή από το Κοινωφελές Ίδρυμα Μιχαήλ Ν. Στασινόπουλος-ΒΙΟΧΑΛΚΟ ενός σημαντικού τεκμήριου της Πελοποννησιακής Γερουσίας, του ενόρκου συμφωνητικού 17 μελών της μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, που συντάχθηκε στις 16 Οκτωβρίου 1822, αποτελεί επίσης ένα ισχυρό κίνητρο διερεύνησης της ιστορικής διαδρομής του τοπικού αυτού πελοποννησιακού θεσμού, που η ίδια η θέσπισή του εμπεριείχε την υπέρβαση της τοπικότητας.
Τα πρακτικά του συνεδρίου δημοσιεύτηκαν στο εκδοτικό πρόγραμμα του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών σε επιμέλεια των Δημήτρη Δημητρόπουλου, Βασίλη Παναγιωτόπουλου, Μαρίας-Χριστίνας Χατζηιωάννου.