Περίληψη
Ἐπιστολὴ τοῦ Διονύσιου Μούρτζινου Τρουπάκη πρὸς τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, μὲ τὴν ὁποία τὸν ἐνημερώνει σχετικὰ μὲ μία τοπικὴ ἔριδα (βεντέτα), ἡ ὁποία ξεκίνησε, κατὰ τὴν ἀφήγηση, μὲτὴ δολοφονία,πρὶν ἀπὸ ἕνα χρόνο,ἑνὸς μέλους τῆς οἰκογένειας Μπουκουβαλέα-Τρουπάκη τῆς Καρδαμύλης ἀπὸ μέλος τῆς οἰκογενείας Κετζέατῶν Δολῶν. Ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς εὐρύτερης οἰκογένειας (γένους) τῶν Τρουπάκηδων, Διον. Μούρτζινος, κινήθηκε ἐναντίον τῶν δραστῶν, τῶν Κετζέων, τοὺς πολιόρκησε ἐπὶ μία ἑβδομάδακαὶ πυρπόλησε ἕνα μέρος τῶνοἰκιῶν τους, ἀλλὰ ἡ ὁλοκλήρωση τῆς σύρραξης ἀποτράπηκε μὲ τὴν παρέμβαση τῆς οἰκογένειας Μαυρομιχάλη καὶ τὴν ἀποχώρηση τῶν δραστῶν ἀπὸ τὴν περιοχή. Ὁ εὐθὺς τρόπος ἀφήγησης τῶν συμβάντων καὶ ἡ λεπτομερὴς πληροφόρηση τοῦ Θεόδ. Κολοκοτρώνη καθὼς καὶ τὸ αἴτημα τοῦ Μούρτζινου γιὰ παροχὴ μπαρουτιοῦ καὶ χρημάτων, ἀπηχοῦν τὶς στενὲς σχέσεις τῶν δύο οἰκογενειῶν. Δὲν ταυτίστηκε ὁ ἀναφερόμενος φονευθείς. Οἱ ὁπλαρχηγοὶ τῆς οἰκογένειας Μπουκουβαλέα-Τρουπάκη ἦταν συγγενεῖς μὲ τὸν Διον. Μούρτζινο (βλ. Μίμ. Φερέτος, Μεσσήνιοι καὶ Μανιάτες ἀγωνιστές, τ. 2, σ. 527-528). Στοὺς Δολοὺς Ἀβίας σώζεται ὁ πύργος τῆς οἰκογένειας Κετσέα (βλ. Στ. Καπετανάκης, ΟἱΜανιάτες στὴνἘπανάστασητοῦ 1821, σ. 112 καὶΦερέτος, ὅ.π., τ. 2, σ. 161-162). Ἡ παρούσα ἦταν ἐσώκλειστη στὸ ἔγγρ.[790].
Προηγούμενες Εκδόσεις: Αδημοσίευτο
Βλ. Σχετικά:
0790
Καὶ αὖθις σὲ ξανα αδελφικοασπάζομαι
Ἡ σύγχυσις, ἥτις συνέβη κατ’ αὐτὰς ἐνταῦθα, δὲν ἦτον ἄλλη, εἰ μὴ κίνησις ἐδική μου κατὰ τοῦ Κετζέα, (ὅστις τον ἀπερασμένον χρόνον ἐσκότωσε τὸν Μπουκουβαλέαν). Τὸν ἐπολιόρκησα στενώτατα μίαν ἑβδομάδα, τοῦ ἔκαυσα ὅλα τὰ πέριξ ὀσπήτια μετὰ καὶ τῶν συγγενῶν του, καὶ ἐν’ ᾧ τοῦ ἔστησα κανόνια διὰνὰτὸν κτυπήσω, ἔξαφνα οἱ Μαυρομηχαλιάνοι ἐμβῆκαν μεσῖται διὰ νὰ παύσω ἔως ἐδώ, ὅμως ἐγὼ δὲν τὸ εὐχαριστήθην καὶ οὔτως μοῦ ἐπρόβαλαν ἄλλον συμβιβασμόν, δηλαδὴνὰ φύγουν οἱ Κετζέοι διόλου ἀπὸ τούς Δολούς, καὶ ἐρχομένης τῆς ἐφορείας εἰς τὰ ἐνταῦθα νὰ κατατρεχθῇ πάλιν. Χαριζόμενος λοιπὸν εἰς τοὺς Μαυρομηχαλιάνους ἐδέχθην τὸν συμβιβασμὸν τοῦτον, καὶ οὔτω οἱ μὲν Κετζέοι ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὸ ἕν σπῆτι, [[εἰς]] τὸ ὁποῖον τούς ἔμεινε, καὶ ἦτον κλεισμένοι διὰ Λιμένι, οἱ δὲ ἐδικοί μου ἀδελφοὶ καὶ στρατιῶται προσκληθέντες ἦλθον εἰς τὰ ἐνταῦθα.
Εἰς αὐτὸν τὸν πόλεμον ἐπληγώθη ὁ Κετζέας εἰς τὸ κεφάλι, καὶ εἰς τὸ ἕνα μάτι, καὶ ἔμεινε μονόφθαλμος.
Ἀδελφὲ Κολοκοτρώνη! Προσπάθησον διὰ νὰ μὲ ᾠκονομήσῃς ἀπὸ χρήματα, καθότι ὡς γνωστόν σας ἔχω ἔξοδα πολλά, καὶ δὲν ἡμπορῶ πλέον νὰ ὑποφέρω, μήτε νὰ τα ἐλαττώσω· ὡσαύτως νὰ μοῦ ᾠκονομήσῃς καὶ μπαροῦτι, καθότι ὁ ἐχθρὸς εἶναι γείτων καὶ μὲ ἀναγκαιοῖ μεγάλως· ἔχε δὲ τὴνἔννοιαν μου, διὰ νὰ ἔχω καὶ ἐγώ τήν ἐδικήν σου, ὅτι μὲ ἀπέκαμες τώρα ἓξ χρόνους, ἡ δὲ ἔγνο͜ια σου νὰ εἶναι μὲ ἔργα καὶ ὄχι μὲ λόγ͜ια, καὶ ἂν σὲ βαρύνουν οἱ λόγοι μου συγχώρησόν με. Ἐν τοσούτῳ δὲ μένω ἀδελφικῶς.
Τῇ 4 Ἰαννουαρίου 1827
Σκαρδαμοῦλα
ὡς ἀδελφὸς
διονύσιος μοῦρτζινος