Αρχειακός Τόπος Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Ἐπιστολὴ τοῦ Ἰωάννη (Γενναίου) Κολοκοτρώνη πρὸς τὸν πατέρα του Θεόδωρο, μὲ τὴν ὁποία τὸν ἐνημερώνει γιὰ πολλὲς τρέχουσες ὑποθέσεις. Ὁ Γεν. Κολοκοτρώνης θὰ μετακινηθεῖ στὸν Μυστρᾶ μὲ 3.000 στρατιῶτες γιὰ νὰ «καταπαύσωμεν τὰς ἐκεῖσε ταραχάς» (βλ. καὶ σχετ. [786]). Ἐνημερώνει γιὰ τὶς διαδικασίες ἐκλογῆς δημογερόντων ἀπὸ τὴν ἐπαρχιακὴ συνέλευση, γιὰ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις μὲ τὴν Ἐπιτροπὴ Ζακύνθου καὶ γιὰ παλαιὲς οἰκονομικὲς ἀντιπαραθέσεις στὴν ἐπαρχία Πύργου (βλ. καὶ ΑΕΠ, τ. 12, σ. 116-117) μεταξὺ τῶν προυχοντικῶν οἰκογενειῶν τοῦ Χριστόδουλου Ἄχολου καὶ τοῦ Λυκούργου Κρεστενίτη, ποὺ κατέληξαν σὲ αἱματηρὸ ἐπεισόδιο στὴ λίμνη Ἀγουλινίτσας (βλ. καὶ σχετ. [794]). Μνημονεύει ἐπιστολὲς διαφόρων, μὲ τοὺς ὁποίους ἡ οἰκογένεια Κολοκοτρώνη βρίσκεται σὲ ἐπικοινωνία, ἐνῶ τὸ ἀναφερόμενο ἐσώκλειστο γράμμα τοῦ Διονύσιου Μούρτζινου εἶναι τὸ σχετ. [788]. Ἐπανέρχεται μὲ προσθήκη, τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, μὲ νέες εἰδήσεις γιὰ τὴν ἐκλογὴ τριῶν δημογερόντων ἀπὸ τὴν ἐπαρχιακὴ συνέλευση Καρύταινας, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ ἕνας, ὁ Λάμπρος Ροϊλός (βλ. Χρ. Στασινόπουλος, Λεξικό, τ. 3, σ. 427), ἐξαναγκάστηκε σὲ παραίτηση, διότι δὲν ἦταν τῆς ἀρεσκείας τοῦ Θεόδ. Κολοκοτρώνη, καὶ ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὸν Σπήλιο Κουλᾶ. Τέλος, ἡ ἐπαρχία ἐπρόκειτο νὰ στείλει μία ἀναφορὰ γιὰ τὸν ἐφοδιασμὸ τοῦ φρουρίου τῆς Καρύταινας, ἡ ὁποία πράγματι συντάχθηκε τὴν ἑπόμενη ἡμέρα (βλ. σχετ. [791]).

Προηγούμενες Εκδόσεις: Αδημοσίευτο

Βλ. Σχετικά: 0786, 0788, 0791, 0794

Σεβαστέ μου πάτερ προσκυνῶ! Ἔλαβα τὸ ἀπὸ 28 τοῦ παρελθόντος γράμμα σου, καὶ ἴδα τὰ ἐν αὐτῷ. Προχθὲς σοῦ ἔγραψα εἰς πλάτος, τώρα δὲ σὲ ἰδοποιῶ, ὅτι εἰσέτι δὲν ἔλαβα τὴν ἀπόκρησιν τῶν γραμμάτων τῆς Σπάρτης, καὶ ἅμα ἔλθῃ, θέλει τὴν στείλω μ’ ἐπίτηδες. Ἀπεφασίσαμε τὸν πηγαιμόν μας εἰς Μυσθρὰ μὲ σχεδὸν τρεῖς χιλ(ιάδας) <στρατιώτας>, καθὼς μᾶς προέγραφες καὶ καθὼς μᾶς γράφει ὁ Νικήτας, καὶ ἐλπίζομεν νὰ καταπαύσωμεν τὰς ἐκεῖσε ταραχάς. Ἡ ἐπαρχιακή συνέλευσις σήμεραύριον τελειώνει, καὶ θέλει σὲ ἰδεάσω τὰ πρακτικά της ἀκολούθως. Ὁ πληρεξούσιος τοῦ Φαναρίου καὶ ὁ ἕνας τῆς Ἀνδρούσης ἐξεκίνησαν προχθὲς διὰ αὐτόσε, τοὺς δὲ λοιποὺς θέλει βιάσομεν νὰ ἔλθουν ὀγλήγορα, μολονότι χίλιαις φοραὶς τοὺς ἐγράψαμεν καὶ τὶ ἀργοποροῦν δὲν ἠξεύρω. Τὸ πρᾶγμα ὁποῦ δὲν ἦλθεν ἀκόμη ἀπὸ Ζάκυνθον σοῦ ἔγραφα προχθὲς τὰς αἰτίας ὁποῦ ἕως τώρα ἐμποδίζετο, ἀκολούθως δὲ θέλει φθάσει ὡς ἐκεῖθεν μοῦ γράφουν, διὰ τοῦτο γράψαι ὅθεν γνωρίζεις διὰ νὰ μείνῃ ἐλεύθερος ὁ κύριος Μπούκουρας ἕως νὰ φθάσῃ τὸ πρᾶγμα. Προχθὲς ἐμάθαμεν ἀπὸ Πύργον, ὅτι ὁ Χρ(ιστόδουλος) Ἄχολος ὅστις μετὰ τῶν Δ͜ιακέων κατεκράτει τὴν Σκαφιδιάν, ἐπήγαινε διὰ νυκτός νὰ σκοτώσῃ τὸν Λυκοῦργον εἰς τὴν λίμνην. Φθάσας λοιπὸν πλησίον τῆς λίμνης τοὺς ἴδεν ὁ φύλαξ, τὸν ὁποῖον ἐσκότωσαν. Ὁ Λυκοῦργος ὑποπτεύσας μήπως ἦσαν ἐχθροί, ἤ δὲν ἠξεύρω πώς τὸ ὑπέλαβεν, ἔῤῥιψεν καὶ ἐσκότωσεν τὸν Ἄχολον ὁμοῦ καὶ πέντε ἄλλους ἐκ τοῦ Ἀχόλου, καὶ εἰς εἴδησίν σας. Δὲν ἠξεύρω ἄλλο τίποτε νὰ σᾶς προσθέσω, εἰμή τοὺς ἑκατὸν στρατιώτας ὁποῦ μοῦ γράφεις μετὰ τὴν ἐπιστροφήν μας ἀπὸ Μυσθρά, θέλει τοὺς διαλέξω καὶ νὰ τοὺς στείλω. Μένω δὲ μ’ ὅλον τὸ σέβας. Τῇ 6 Ἰαννουαρίου 1827 Καρύταινα ὁ υἱός σου Ἰωάννης Θ. Κολοκοτρώνης Λάβε τὸ ἐσώκλειστον τοῦ φίλου Δραγῶνα, καὶ εἰς ὅσα μὲ γράφει κάμε τὰς ἀναγκαίας ἀπαντήσεις ἰδεάζοντας καὶ ἐμὲ πρός ὁδηγίαν μου. Τὸ δὲ γράμμα τοῦ Ἐϋνάρδου, ἂν τοῦ γράψῃς, στείλε μοῦ τὸ γράμμα ἀνοικτόν, διὰ νὰ ὁδηγηθῶ ὣς ἐκ τούτου νὰ τοῦ γράψω κ’ ἐγώ. Καὶ προσμένω ἀπόκρησίν σου περὶ τούτων ὀγλήγορα, διότι ὁ φίλος βλέπεις πώς με βιάζει νὰ τοῦ στείλω ἀπόκρησιν. Οἰκονόμισα τὸν Κουλῖνον καὶ ἀπὸ μερικὰ ἀκόμη τάλαρα. Καὶ γράψε του ἕνα γράμμα. Οἱ Στεμνιτζιότες ἀκόμη εἶναι εἰς Ναύπλιον, ὅθεν γράψε τους νὰ ἔλθουν νὰ κριθῶσι, διότι δὲν ἔχει σπειρὶ γέννημα καὶ ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν τῶν τροφῶν διὰ τὰ ἀναγκαῖα μερεμέτια τοῦ Κάστρου, θὰ στείλῳ νὰ πάρω ὅσον παξιμάδι εἶναι εἰς Ναύπλιον στὸ σπῆτι, καὶ εἰς εἴδησίν σου. Ἡ ἐπαρχία εἶναι πολλὰ ἥσυχοι, ὅμοίως καὶ αἱ γειτονικαί. Λάβε δύο ἀντίγραφα γραμμάτων ἓν τῶν Γιατράκων, καὶ τὸ ἄλλον μερικῶν ἄλλων Μιστριότων, καὶ ἐξ αὐτοῦ καταλαβαίνεις. Καὶ ὄπισθεν Χθὲς τὸ ἐσπέρας ἔλαβον τὴν ἀπόκρησιν τοῦ Μούρτζινου καὶ σοῦ περικλείω γράμμα του, καὶ ἐξ αὐτοῦ θεωρεῖς ὅτι καταγίνονται εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν πληρεξουσίων των. Τὸ ἴδιον γράφει καὶ ἐμέ. Ἡ ἐπαρχιακή συνέλευσις ἐτελίωσεν, ἀπεφάσισαν Δημογέροντας τρεῖς, τὸν κουμπάρον κὺρ Δ. Παπαγιανόπουλον, τὸν κὺρ Λάμπρον Ῥοϊλὸν καὶ τὸν κὺρ Ἀναστ(άσιον) Λουλόπουλον. Ἀλλ’ ὁ κὺρ Λάμπρος δὲν τὸ ἐδέχθη, καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ἔβαλαν τὸν κὺρ Σπήλιον Κουλᾶν. Ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν θὰ γίνῃ μία ἀναφορὰ πρός τὴν Συνέλευσιν, καθώς ἀπὸ τοὺς Φαναρίτας, Λεονταρίτας, Ἀνδρουσιανοὺς καὶ Ἀρκαδίους, ζητοῦντες ἐφόδια διὰ τὸ φρούριον τοῦτο καὶ σοῦ περικλείω τὸ ἀντίγραφον νὰ καταλάβῃς. Τῇ 7 Ἰαννουαρίου 1827 ὁ ἴδιος Ὁ κὺρ Λάμπρος δὲν τὸ ἐδέχθη ἐξ αἰτίας ὁποῦ ἡ γνώμη τῆς ἀφεντ͜ιά σου δὲν ἦτον, καὶ ἐγὼ θέλω πάντοτε κινοῦμαι ἀπὸ τὰς ὁδηγίας σου. [πλαγίως, ἀπὸ ἄλλο χέρι:] Ἰωάννης Θ. Κολοκοτρώνης, τῆ 7 Ἰανουαρίου 1827 Καρύταινα
Λήψη Αναφοράς