Περίληψη
Ἐπιστολὴ τοῦ Ἰωάννη (Γενναίου) Κολοκοτρώνη πρὸς τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, μὲ τὴν ὁποία τὸν ἐνημερώνει πὼς ἔλαβε τὰ γράμματά του μὲ τοὺς Καστρίτες καὶ τὸν «ἰατροχειροῦργον»• ὑποθέτουμε πὼς πρόκειται γιὰ τὸν Κωνσταντίνο Πελοπίδα, γιατρὸ τοῦ Θεόδ. Κολοκοτρώνη, στὸν ὁποῖο, μὲ βάση τὴ μαρτυρία τοῦ Θεόδωρου Ρηγόπουλου, ἀποστελλόταν τὸ «πολεμικὸ ἡμερολόγιο» ἀπὸ τὸ στρατόπεδο στὸ Κερατσίνι (βλ. Θεόδ. Ρηγόπουλος, Ἀπομνημονεύματα, σ. 89). Περιγράφει πῶς κινήθηκαν μὲ τὰ ἄλογά τους κοντὰ στὴν Ἀθήνα, ὅπου ἔγινε μάχη, καὶ ἀναφέρει ἀναλυτικὲς πληροφορίες γιὰ τὶς ἀπώλειες τῶν Ἑλλήνων σὲ ἀνθρώπους καὶ ἄλογα. Καταγράφει ὀνόματα φονευμένων, τοῦ Γιάννη Καστρίτη, τοῦ Μιλιώνη Στεμνιτζιώτη καὶ τοῦ Νικόλτζου Βούλγαρη, ὑπασπιστῆ τοῦ Παναγιώτη Νοταρᾶ (βλ. καὶ τὰ σχετ. [860], [865]). Ἀκόμη, ἀναφέρεται σὲ ἁψιμαχίες τῶν προηγούμενων ἡμερῶν γύρω ἀπὸ τὴν Ἀθήνα σὲ διάφορες θέσεις καὶ σημειώνει τὸν θάνατο τοῦ Γιάννη Μίτζου, τοῦ ὁποίου ὁ ἀδερφὸς καὶ ὁ γυναικάδελφος (: κουνιάδος) μεταβαίνουν στὴν Πελοπόννησο, καὶ ζητᾶ νὰ δοθεῖ οἰκονομικὴ ἐνίσχυση στὴν οἰκογένειά του, γιατὶ «ἐστάθη ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἐδικός μας, καὶ ἐδούλευσεν ἀρκετὰ μαζί μας». Στὸ τέλος τῆς παρούσης ὁ Γενναῖος ἐκφράζει τὴν ἀνησυχία του, καθὼς ἀντιμετωπίζει οἰκονομικὲς δυσκολίες καὶ ἔχει δανειστεῖ μεγάλα ποσὰ γιὰ νὰ συντηρεῖ τὸ στρατιωτικό του σῶμα. Παράλληλα, ζητᾶ νὰ μάθει πῶς ἔγινε ἡ συμφωνία μὲ τὸν Ἀνδρέα Ζαΐμη γιὰ κοινὴ ἐθνοσυνέλευση (βλ. σχετ. [861]). Στὴν ἔκδοση τῶν Ὑπομνημάτων ὁ Γενναῖος παραλείπει τὸ τελευταῖο χωρίο τῆς ἐπιστολῆς, ποὺ ἀναφέρεται στὶς οἰκονομικές του δυσκολίες.
Προηγούμενες Εκδόσεις: Ὑπομνήματα, σ. 433-434
Βλ. Σχετικά:
0860, 0861, 0865
Σεβαστὲ μου πάτερ!
Τὰ μὲ τοὺς Καστρίτας καὶ ἰατροχειροῦργον γράμματά σου ἔλαβον καὶ ἴδον τὰ ἐν αὐτοῖς. Ἐλπίζω νὰ ἔλαβες δύο γράμματά μου τὰ ὁποῖα ἐρχόμενος ἐδὼ σ’ ἔγραφα, καὶ ἐπληροφορήθης· σοῦ ἔγραφα καὶ τὰς πράξεις μας ἕως τότε· ἤδη δὲ σὲ ἰδοποιῶ, ὅτι προχθὲς τὴν Κυριακὴν τὸ πρωΐ ἐκαβαλικεύσαμεν ὅλοι ὅσοι εἴχομεν ἄλογα μετὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ ἱππικοῦ μας, μὲ σκοπὸν νὰ ὑπάγωμεν ἕως τὰς Ἀθήνας ἀπέξω. Ἐστείλαμε μερικοὺς πεζοὺς διὰ νὰ π͜ιάσουν ἕνα στένομα ἀπὸτὸὁποῖον ἤθελεν ἀπεράσωμεν καὶ νὰ τὸβαστίξουν ἕως νὰ ἐπιστρέψωμεν ἡμεῖς. Ἀπεράσαμεν, καὶ εὕρομεν τοὺς ἐχθροὺς ἱππεῖς τε καὶ πεζοὺς ἑτοίμους. Ὥρμησαν μία ἱκανὴ δύναμις ἐχθρικὴ εἰς τοὺς ἐν τῷ στενόματι ὑμετέρους, καὶ μὴν ἠμποροῦντες ν’ ἀνθέξωσι, ἐτράπησαν καὶ κατέλαβαν οἱ ἐχθροὶ τὴν θέσιν ἐκείνην. Ἡμεῖς ἀφ’ οὗ ἴδομεν τοὺς ἐδικούς μας φεύγοντας, ἐβιάσθημεν νὰ προκαταλάβωμεν τὴν θέσιν, ἀλλ’ ἀπετύχαμεν, καὶ οὕτως ἐμείναμεν ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἐχθρῶν σφαλισμένοι. Ἀπεφασίσαμεν νὰ περάσωμεν μὲ γιουροῦσι, καὶ τὸἐκάμαμεν εὐτυχῶς, μόνον δύο ἐδικοί μας ἐφονεύθησαν ἀπὸ τὸ ἱππικόν, καὶ μερικὰ ἄλογα ἐπληγώθησαν. Ἐν’ ᾧ ἀπεράσαμεν οὕτως, ἐδόσαμεν τὸ στῆθος τῶν ἐχθρῶν, καὶ βοηθούμενοι ἀπὸμερικοὺς πεζοὺς τοὺς ἐμποδίσαμεν τὴν ὁρμήν. Ἐδ[υ]ναμώθημεν καὶ μ’ ἄλλους πεζοὺς Πελοποννησίους, καὶ ἀκολούθει ὁ πόλ[ε]μος μὲ ἰσοῤῥοπίαν καὶ ἀπὸτὰ δύο μέρη. Ἔκαμαν τρεῖς ἀφορμήσεις οἱ ἐχθροὶ κατεπάνω μας ὁμοῦ καὶ ὁ ἴδιος <ὁ>Κ͜ιουταχή<ς>, ἀλλ’ ἀντεκρούσθησαν πρεπόντος. Διήρκεσεν ἡ μάχη ἀπὸ τὸ πρωΐ ἕως τὰς 8 ὥρας τῆς ἡμέρας. Οἱ ἐχθροί, μονολότι ἀρκετοί, ἐβιάσθησαν νὰ ἐνδώσουν ἀφ’ οὗ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ κάμουν τίποτε. Οἱ ἐδικοί μας πεζοὶ ἦσαν μόνον ἕως 400, ἀπὸ τοὺς ὁποίους πολλὰ ὀλίγοι ἦσαν Στερεοελλαδῖται, οἱ δὲ λοιποὶ ὅλοι Πελοποννήσιοι. Ἐφονεύθη[σαν] εἰς αὐτὴν τὴν μάχην 8-10 ἄλογα, καὶ 15 ἐπληγώθησαν, δύο [ἐκ] τῶν φονευθέντων καὶ ἄλλα δύο ἐκ τῶν πληγωθέντων ἦσαν ἐδικά [μου]. Στρατιῶται δύο τρεῖς ἐφονεύθησαν, καὶ ὀκτὼ ἐπληγώθησαν. Ἐχθροὶ ἐπληροφορήθημεν, ἐφονεύθησαν ὑπέρ τοὺς 150 καὶ πολλὰ ἄλογα σκοτωμένα καὶ λαβωμένα. Τὸκακὸν ὅμως εἶναι ὅτι οἱ Πελοποννήσιοι μὲ τοὺς Ῥουμελιότας ἔπεσαν εἰς ἅμιλλαν, καὶ αὕτη ἐπροξένησεν τὸν θάνατον τῶν μακαρίτων κ. Γιάννη Καστρίτη καὶ Μιλιόνη Στεμιτζιότη, οἵτινες ἐφονεύθησαν προχθὲς [τό] βράδυ πεσόντες εἰς ἕνα ἐχθρικὸν ταμποῦρι, καθώς ἠκολούθησεν καὶ ὁ προηγούμενος πόλεμος τῆς νυκτός εἰς τὸἴδιον ταμποῦ[ρι] εἰς τὸὁποῖον ἐφονεύθη ὁ μακαρίτης Νικόλτζος, ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ ἀντιστρατήγου Π. Νοταρᾶ καὶ ὁ τρομπετιέρης του, καὶ ἄλλοι τρεῖς τέσσαροι ἐπληγώθησαν. Εἰς τὴν προχθεσινὴν ἐπίθεσιν τῶν ἡμετέρων, χωριστὰ ἀπὸ τοὺς δύο φονευμένους, ἐπληγώθησαν καὶ δύο ἄλλοι ἐλαφρά· ἐφονεύθησαν ἐκ τῶν ἐχθρῶν 12, καὶ πολλοὶ πληγωμένοι. Οἱ ἐκ τοῦ φρουρίου ἐδικοί μας, ἐμάθομεν, ὅτι εὐγῆκαν εἰς τὴν χώραν καὶ τὴν ἐξουσίασαν ἕως τὸΣ͜ιαντριβάνι, καὶ ἐγίνετο πόλεμος τρεῖς ἡμέρας, πλὴν δὲν ἠξεύρομεν τὶ ἀπέγινεν. Χθὲς τὸ ἐσπέρας ἐστείλαμεν δύο ἀνθρώπους μέσα νὰ μάθωμεν, καὶ ἅμα ἔλθουν θέλει σᾶς γράψω τὴν κατάστασιν τῶν μέσα. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐδικούς μου πληγωμένος, εἶναι καὶ ὁ Μπαλίλης, πλὴν ἀβλαβῶς εἰς τὸχέρι. Καθημερινῶς ἀκροβολίζονται οἱ Ἕλληνες μετὰ τῶν ἐχθρῶν, καὶ σκοτώνουν πότε τρεῖς, πότε δύο, δὲν εἶναι ὅμως ἀκροβολισμός εἰς τὸν ὁποῖον νὰ μὴ σκοτώνονται Τοῦρκοι. Ὁ μακαρίτης κ. Γιάννης Μίτζος ἠξεύρεις ὅτι ἐστάθη ἀπὸτὴν ἀρχὴν έδικός μας, καὶ ἐδούλευσεν ἀρκετὰ μαζύ μας, διὰ τοῦτο ἔρχεται ὁ ἀδελφός του αὐτοῦ, καὶ ὁ γυναικάδελφός του, καὶ φρόντισον νὰ γίνῃ καμμία οἰκονομία διὰ τὴν πτωχὴν φαμηλίαν του, διότι εἶναι ἐντροπὴ ἐδική μας, ἂν μείνῃ ἀνοικονόμητος ἡ φαμηλία αὐτὴ ὥσαν ὁποῦ αὑτός ἦτον ἐδικός μας. Οἱ ἄνθρωποί μου μὲ τὴν ἐξοικονόμησιν, δὲν ἐφάνησαν ἀκόμη καὶ εὑρίσκομαι εἰς μεγάλην ἀδημονίαν. Εἶμαι δανεισμένος πατέρα, ἀπὸτοὺς συντρόφους μου τόσα γρόσια, καὶ χωριστὰ ὁποῦ μὲ στεναχωροῦν οἱ σύντροφοί μου οἱ μισθωτοί, ἔχω καὶ τόσα ἔξοδα ἐδὼ τὴν ἡμέραν· δὲν ἔχω νὰ ἐξοικονομήσω οὔτε τοὺς λαβωμένους στρατιώτας μου, καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς ἔχω νὰ κάμω. Ὅθεν ὅπως καὶ ἂν κάμητε νὰ μοῦ στείλετε γρόσια, διότι δὲν ἔχω πῶς νὰ κάμω. Γράφε μου τὰ αὐτόθι τρέχοντα καὶ πῶς τὸ ἐκάματε μὲ τὸν Ζαήμην. Μένω μ’ ὅλον τὸσέβας.
Τῇ αῇ Ἀπριλίου 1827 ἐκ τοῦ στρατοπέδου τῆς Ἀττικῆς.
ὁ υἱός σου
Ἰωάννης Θ. Κολοκοτρώνης
[στὸ ἄνω περιθώριο τοῦ νώτου, ἀπὸ ἄλλο χέρι:]
κ. Γενναῖος Κολοκοτρώνης
τῇ αῇ Ἀπριλλίου στρατόπεδον Ἀττικῆς