Αρχειακός Τόπος Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Ἀντίγραφα ἐπιστολῶν τοῦ Βιάρου Καποδίστρια καὶ τοῦ μητροπολίτη Ἰγνάτιου Οὐγγροβλαχίας πρὸς τὸν Γεώργιο Σισίνη, σχετικὰ μὲ τὴν ἐκλογὴ τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια, τὴν ἀποστολὴ τῶν ἐπίσημων ἐγγράφων καὶ ἄλλα συναφῆ θέματα. Ὁ Βιάρ. Καποδίστριας μεταφέρει τὴν πληροφορία πὼς ὁ ρωσικὸς στολίσκος ἔχει ξεκινήσει ἀπὸ τὴν Κροστάνδη. Παραθέτει ἀπόσπασμα ἐπιστολῆς τοῦ «αὐταδέλφου» του Ἰωάννη Καποδίστρια ἀπὸ τὴν Ἁγία Πετρούπολη, στὸ ὁποῖο σημειώνεται ἡ ἀνυπομονησία του νὰ λάβει ἐπίσημη πρόσκληση καὶ τὸ ψήφισμα τῆς ἐκλογῆς του (βλ. καὶ τὰ σχετ. [946] καὶ [972]). Τέλος, ἐπισυνάπτεται ἀντίγραφο ἐπιστολῆς τοῦ μητροπολίτη Ἰγνάτιου, στὴν ὁποία δικαιολογεῖ τὴν ἀπουσία του ἀπὸ τοὺς τόπους τῆς Ἐπανάστασης ὡς προφύλαξη ἀπὸ πιθανὲς κατηγορίες περὶ ρωσικῆς ἀνάμειξης καὶ ἐκφράζει τὴν ἀπόλυτη δέσμευση στὸ πατριωτικό του καθῆκον. Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ἰγνάτιου εἶναι ἀχρονολόγητη, ἀλλὰ τοποθετεῖται μετὰ τὶς 5 Μαΐου 1827. Τὸ σύνολο τῶν ἀντιγράφων ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν Γεώργιο Σισίνη, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ τὰ προώθησε στὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη πρὸς ἐνημέρωσή του.

Προηγούμενες Εκδόσεις: Αδημοσίευτο

Βλ. Σχετικά: 0946, 0972

Πανευγενέστατε Κέρκυρα 16/28 Ἰουλλίου 1827 Γνωρίζων τὰ γραφόμενα παρὰ τῆς πανιερότητὸς του περιεχόμενα εἰς τὴν ἐσώκλειστον, περὶ τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων, καὶ περὶ τοῦ τὶ χρεωστοῦν οἱ Ἕλληνες διὰ νὰ τελειωποιήσωσι τὸ ἔργον τῆς σωτηρίας των, δὲν ἐπαναλαμβάνω τὰ ἴδια διότι εἶναι περιττόν. Ἡ πανιερότης του ἕως ἐκείνην τὴν ἡμέραν ὅταν ἔγραψε, δὲν εἶχεν ἀναγνώσει τὴν συνθήκην τῶν 6 Ἰουνίου , ἡ ὁποία εἰς δέκα ἡμέρας ἦλθεν ἐνταῦθα ἀπὸ Λονδίνον, καὶ τὴν ὁποίαν πρέπει μέχρι τῆς ὥρας νὰ ἐλάβατε διὰ μέσου αὐθεντικοῦ, καὶ ἐὰν τὴν εἶχε ἀναγνώσῃ, ὁ πατριωτισμός του ἤθελε σᾶς δειχθῇ πλέον ἐμψυχωμένος. Ἂς χαρῶμεν τὸ λοιπὸν δοξάζοντας τὸν μεγαλοδύναμον ὅτι εἰς τὴν στιγμὴν τάυτην ἔφερεν εἰς τὴν σωτήριον ἀπόφασιν τοὺς ἰσχυροτέρους βασιλεῖς τῆς Εὐρώπης, καὶ πρέπει νὰ λέγωμεν: Μέγας ἦ κύριε, καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου, καὶ οὐδεὶς λόγος ἐξαρκέσει πρὸς ὕμνον τῶν θαυμασίων σου. Ἠξεύρω ὅτι ὁ στόλος ὁ ῥωσικὸς εἰς δύω μοίρας ἐξέπλευσεν ἐκ τοῦ Κρόνστανδ ἡ μὲν κατ’ εὐθείαν διὰ τὴν ἑλληνικὴν θάλασσαν, ἡ δὲ θέλει πλησιάσει εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ἡ Ἑλλὰς εἰς ὀλίγας ἡμέρας θέλει εἶναι ὑπὸ τὴν ὄψιν πραγματικῶς, τολμῶ εἰπεῖν, τῆς Εὐρώπης. Ποῖος Ἕλλην θέλει ὑποφέρει νὰ μὴ δειχθῇ ἄξιος τῆς τύχης, διὰ τὴν ὁποίαν πολεμᾷ, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμεῖ καὶ ἐπιμόνως θέλει, καὶ δικαίως θέλει; Ὁ αὐτάδελφός μου μοῦ γράφει πάλιν ἐκ Πετρουπόλεως τῇ 5/17 Ἰουνίου, ἐποχὴν καθ’ ἣν δὲν ἦτον δυνατὸν νὰ λάβῃ τὰ καθολικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα μόνον ἔλαβα τὰ τέλη Μαΐου Ε(τος) Π(αλαιόν). Μοὶ γράφει οὕτω. Σοὶ λέγω πάλιν, ὅτι ἀνυπομόνως περιμένω νὰ λάβω ἀνὰ χείρας τὸ πρὸς ἐμὲ προσκλητικὸν καὶ τὸ ψήφισμα, τὰ ὁποῖα πρὸς ἐμὲ ἀναφέρονται. Τότε μόνον δύναμαι νὰ ἀποκριθῶ, τολμῶ νὰ ἐλπίσω, ὅτι μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, θέλει δυνηθῶ νὰ ἀποδείξω εἰς τοὺς Ἕλληνας, ὅτι ὑπερποθῶ νὰ δικαιολογήσω καθ’ ὅσον δύναμαι τὴν καλὴν γνώμην καὶ τὸ θάῤῥος, μὲ τὰ ὁποῖα μὲ ἐτίμησαν. Ἐπιθυμῶ νὰ εἰδοποιήσῃς εἰς αὐτοὺς πρὸ τῆς ἀποκρίσεώς μου, ταῦτα τὰ ὀλίγα λόγια. Τὰ βάσανά μας και αἱ ταλαιπωρίαι μας ἤγκυσαν τὸ τέλος των. Εἰς ἡμᾶς εἶναι νὰ περατωθῇ τὸ τέλος μία ὥρα ταχύτερα καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι τὸ θέλομεν, καθὼς εἶμαι βέβαιος, καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλατε μὲ νομίσει πάντοτε. Μὲ εἰλικρινὲς σέβας Ταπεινὸς δοῦλος σας Β. Καποδήστριας Σᾶς ἐπικυρῶ τὴν ἄνωθεν 17/29 τοῦ αὐτοῦ Θαυμάζω πῶς μέχρι τὰς 9 τοῦ μεσοῦντος δὲν εἴχατε λάβει τὴν ἀπάντησιν τῶν ἐπιστολῶν σας, τὰς ὁποίας πρὸς ἐμὲ ἐγράψατε καὶ ἀπεστείλατε διὰ τοῦ κυρίου Χατηριάδη καὶ κ. Πορφυροῦ. Ἐγώ εἰς τοὺς ἰδίους δὲν ἔδωσα τὰς ἀποκρίσεις, διότι ἐφοβίθην, μήπως καὶ ἡ ἀπάντησις βραδύνει καθ’ ὁδόν, καθώς ἐβράδυναν αἱ ἐπιστολαὶ σας. Ὁ κύριος Γκίκας τὰς ἔλαβε πάντοτε, καὶ κακὴ τύχη θέλει ἐμπόδισε τὸ κατευόδιὸν τους μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης. Καθώς ἦτον τὸ χρέος μου καὶ ἡ τάξις, ἀπεκρίθην ἤ εἰς τὸν ἐκλ(εγέντα) πρόεδρον ἤ εἰς τὸν σεβάσμιόν μοι φίλον. Ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα τὰ ἴδια καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὰ μὲν διὰ τοῦ κυρίου Χατηριάδη ἔλαβα τέλη Μαΐου Ε(τος) Π(αλαιόν) τὰ δὲ διὰ τοῦ κ. Πορφυροῦ τοῦ Ἰουνίου μεσοῦντος, καὶ ἅπαντα ἐξαπέστειλα εὐθύς. +Ἐλπίζω+ μέχρι τῆς 5/11 Ἰουνίου οὔτω +....+ να φθάσουν εἰς χεῖρας τοῦ αὐταδέλφου μου. Σᾶς ἐπικυρῶ τὸ ἀπόσπασμα τῆς ἐπιστολής τοῦ αὐταδέλφου μου τῶν 2 Ἰουνίου ἐὰν τὸ ἐλάβατε διὰ μέσου τοῦ κ. Γκίκα, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐξεπίτηδες τὸ ἐξαπέστειλα. Τώρα βλέπετε καὶ τὸ δεύτερον διὰ τῆς παρούσης. Ἐὰν τὰ πρὸς τὸν πρόεδρον γράμματὰ μου δὲν τὰ ἐλάβατε καὶ τὰ ἐπιθυμεῖτε, θέλει σᾶς πέμψω τὰ ἴσα. Ἤθελα εἶμαι ἀδικαιολόγητος ἀφήνων εἰς σιωπὴν τὴν παραλαβὴν αὐτῶν τῶν γραμμάτων, καὶ ἤθελα ψεύσω τὰ ζωηρὰ αἰσθήματα τῆς ψυχῆς μου πρὸς τὸ ὑποκείμενὸν σας, ἁμαρτήματα εἰς τὰ ὁποία οὔτε ἔπεσα οὔτε θέλει πέσω. Παρακαλῶ σφραγίσατε καὶ ἐξαποστείλατε τὰ ἔσωθεν εἰς Ναύπλιον πρὸς τοὺς φίλους μου Σουλιώτας. Ἡ ἐπιστολή σας εἰς τὴν ὁποία τώρα ἀποκρίνομαι διὰ τῆς παρούσης προσθήκης αὔριον ἀναχωρεῖ διὰ Πετρούπολιν, καὶ ἐλπίζω θέλει σπουδάσει εἰς τὸ νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς γενικῆς ἐπιθυμίας. Ὁ ἴδιος ταπεινὸς δοῦλος σας Β. Καποδ. Κύριε! Μὲ ἄκρον σέβας, καὶ μὲ αἴσθημα τελείας εὐγνωμοσύνης ἔλαβον τὸ ἀπὸ 5 Μαΐου γράμμα σου, καὶ εἶδον τὴν πρὸς ἐμὲ εὑνοϊκὴν διάθεσιν τοῦ Γένους, καὶ τὴν προσταγὴν τὴν ὁποίαν μὲ δίδει διὰ τῆς εὐγενείας σου διὰ νὰ ἐξακολουθήσω νὰ τὸ δουλεύω ἐν ὅσω ἔχει χρείαν τῶν ἀδυνάτων ἐκδουλεύσεών μου. Ἕλλην καὶ ἀρχιερεὺς ἤθελα ἁμαρτήσει πρὸς τὸν Θεὸν καὶ σφάλει πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, ἂν εἰς μίαν τοιαύτην ἱερὰν ὑπόθεσιν, οἷα εἶναι ἡ τῆς Πατρίδος μας, ἤθελα σταθῆ ἀδιάφορος, ἀργὸς ἤ ἀμελής. Καὶ σὲ βεβαιῶ κύριε, ὅτι τρεῖς μόνον Ἕλληνες ἄν ἤθελαν σταθῆ νὰ ὑπερασπίζωνται ἕνα βράχον τῆς Ἑλλάδος, ὄχι μονον θέλω κάμει διὰ τοὺς τρεῖς ὅ,τι ἤθελα κάμει διὰ τὸ γένος ὅλον, ἀλλὰ ἤθελα τρέξει τέταρτος νὰ χαθῶ μὲ αὐτοὺς καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἐλευθερίας. Τοῦτο ἂν δὲν ἔκαμα ἀπ’ ἀρχῆς, αἰτία ἐστάθη διότι δὲν ἠθέλησα νὰ πειράξω τὴν Ῥωσίαν πρὸς τὴν ὁποίαν εἶχα πολλὰ χρέη, καὶ μάλιστα πρὸς τὸν ἀείμνηστον αὐτοκράτωρα Ἀλέξανδρον, διότι ἤθελαν στοχασθῆ ἄλλως ὅτι ἡ Ῥωσσία μὲ ἔστειλε, καὶ ἐπείραζε καὶ τοῦτο εἰς τὰ πολιτικὰ τέλη τῆς Πατρίδος μας καὶ διότι δὲν ἐστοχάσθην καὶ τὴν παρουσίαν μου τόσον ἀναγκαίαν. Αὐτὰ μόνον μὲ ἐμπόδισαν καὶ μὲ ἐκράτησαν εἰς τὴν Ἰταλίαν. Τὸ δὲ γῆρας, τὴν ἀδυναμίαν, καὶ τοὺς κόπους ἔθελον καταφρονέσει, ἂν δὲν ἦτον τὰ ρηθέντα ἐμπόδια καὶ ἂν δὲν ἔβλεπα ὅτι σᾶς ἐχρειάζετο καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην ἄνθρωπος νὰ σᾶς κάμῃ τὸν συνήγορον, νὰ κρατεῖ ἀλληλογραφίαν τακτικὴν μὲ τοὺς Ἕλληνας καὶ νὰ ἐξυπνῇ τὸν ζῆλον των, τὸν ὁποῖον οἱ φιλότουρκοι ἔπασχον καὶ πάσχουν πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως νὰ ψυχράνωσι, καὶ νὰ σᾶς ἐμποδίσωσι κάθε εἶδος βοηθείας. Κατὰ τοῦτο ἐπειδὴ ἐπέτυχα, ἡσυχάζω οπωσοῦν τὴν συνείδησίν μου, βέβαιος ὤν, ὅτι καὶ ὁ ἅγιος Θεὸς καὶ ἡ Πατρὶς βλέπουν τὴν προαίρεσίν μου, καὶ δὲν ζητοῦν ὅ,τι δὲν μοὶ ἦτον ἐπιτετραμένον, καὶ δὲν ἐσυγχώρουν αἱ δυνάμεις μου. Τὰ πράγματά μας ὡς πρὸς τὴν Εὐρώπην εἶναι καλά· ὅτι ἐσχεδίαζαν, καὶ ἐδίσταζαν νὰ ἀποφασίσωσιν, τὸ ἀποφάσισαν τέλος πάντων αἱ μεγάλαι δυνάμεις· ἀλλ’ ἡ συνδρομή των μόνον δὲν θὲ νὰ μᾶς ὠφελήσει, ἄν δὲν εὐρεθῶμεν δυνατοί. Τοῦτο μὲ γράφουν οἱ φίλοι τῶν Ἑλλήνων, καὶ τὸ ἐπιθύμουν, καὶ ἐπιθυμῶ καὶ ἐγώ νὰ γνωρίσετε οἱ πρῶτοι τοῦ πολιτικοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ, καὶ να προσπαθήσετε νὰ βάλετε ὅλους τοὺς Ἕλληνας εἰς τὰ ὅπλα, διότι ὁ καιρὸς εἶναι κρίσιμος. Πραγματεύεται περὶ παντός, καὶ πρέπει ὅλοι νὰ δείξωσιν, ὅσην προθυμίαν καὶ ζῆλον ἔδειξαν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς επαναστάσεως. Καὶ ὅταν θὰ τὸ κάμετε, τὰ μέσα τῆς ἀντιστάσεως, τὰ ὁποῖα σᾶς λείπουν, θέλουν σᾶς τὰ προβλέψει ἄλλοι. Ἐλπίζω πολύ ἀπὸ τοὺς προὔχοντας, καὶ πρέπει νὰ ἐλπίζω, διότι σεῖς καὶ οἱ ἀπόγονοὶ σας θέλετε χαρῇ τοὺς καρποὺς τῆς ἐλευθερίας. Παρακαλῶ νὰ κοινοποιήσῃς τὸ γράμμα μου πρὸς τοὺς συμπατριώτας μου ὁμοῦ μὲ τὰς εὐχὰς μου, καὶ νὰ μὲ γνωρίζῃς Εὐχέτη καὶ φίλον σου Τὸν μητροπολίτην Ἰγνάτιον [ἐπιγραφὴ διεύθυνσης:] Τῷ καλῷ κἀγαθῷ πατριώτῃ κυρίῳ Γεωργίῳ Σισίνῃ
Λήψη Αναφοράς