Αρχειακός Τόπος Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Ἐπιστολὴ τοῦ Ἰωάννη (Γενναίου) Κολοκοτρώνη πρὸς τόν πατέρα του Θεόδωρο, μὲ τὴν ὁποία τὸν ἐνημερώνει ὅτι μὲ «μεγάλη μεσιτεία» ἦλθαν οἱ Γκογκοβίνηδες (οἱ κάτοικοι τοῦ Κάκαβα, τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας) καὶ ζήτησαν συγχώρεση γιὰ τὸ ἔγκλημά τους (τὸ προσκύνημα) καὶ τὸν καλοῦν νὰ μεταβεῖ στὴν περιοχή τους. Ὁ ἴδιος «διὰ τὸ πολιτικόν μας» δηλώνει ὅτι θὰ πάει μὲ μικρὸ ἀριθμὸ στρατιωτῶν, λόγω τῆς ἔλλειψης τροφῶν, καθὼς ἡ περιοχὴ ὑποφέρει ἐπὶ τρία ἔτη ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς. Ἡ ἔλλειψη τροφῶν τὸν ὑποχρεώνει νὰ διαλύσει τὸ στρατόπεδο καὶ ζητᾶ τὴν ἔγκριση τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ, μὲ τὴ διαβεβαίωση ὅτι, ὅταν ἐξευρεθοῦν τροφές, εὔκολα θὰ μπορέσουν νὰ τὸ ἐπανασυστήσουν. Πάντως, ὁ ἴδιος προτείνει νὰ διατηρήσει ἕνα μικρὸ σῶμα 300 ἀνδρῶν καὶνὰ συνεργαστεῖ μὲ τὸν Κίτσο Τζαβέλα, τὸ σῶμα τοῦ ὁποίου εἶναι στρατοπεδευμένο στὴν Κορινθία (βλ. σχετ. [1033]). Ἀπὸ ἐπιστολὴ τῆς ἑπόμενης ἡμέρας φαίνεται πὼς τὴν παρούσα μετέφερε ὁ Νικόλαος Πονηρόπουλος (βλ. σχετ. [1034]).

Προηγούμενες Εκδόσεις: Αδημοσίευτο

Βλ. Σχετικά: 1033, 1034

Σεβαστέ μου πάτερ! Ἀφοῦ μὲ μεγάλην μεσιτείαν οἱ Γκογκοβίνιδες ἦλθον χθὲς πρὸς ἐμέ, ἐζήτησαν εὐθὺς συγχώρησιν τοῦ ἐγκλήματός των, καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ ἔμβω εἰς τὴν ἐπαρχίαν των διὰ τὴν μεγάλην ἀνοικονομίαν, μὲ 200 ἤ 300 στρατιῶτας. Ἐγὼ διὰ τὸ πολιτικὸν μας θέλει τὸ ἀκολουθήσω δεχόμενος τὴν παρακάλεσίν των. Σὲ βεβαιῶ ὅμως ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ οἰκονομηθῇ στράτευμα εἰς τὴν Ἀρκαδίαν, ὄχι ἀπὸ 2500 καὶ 3000 χιλ(ιάδας) ἀλλὰ ἀπὸ μόνον χιλίους, διότι ἠξεύρεις τὰς ὁποίας φθορὰς ἀπὸ τὸν ἐχθρὸν ἐδοκίμασαν τρία ἤδη ἔτη. Καὶ τοῦτο ἂν ἦτον ἀδύνατον, ἠμποροῦσεν ὅμως νὰ γίνῃ ὀλίγον ὑποφερτόν, ἂν οἱ ἀχρεῖοι Καρυτινοὶ ἐφέροντο ὡς ἄνθρωποι καὶ χριστιανοὶ. Οἱ Ἀρκάδιοι στέλλουν πρὸς τὴν ἀφεντιά σου πληρεξουσίους των νὰ ὁμιλήσουν τὴν δυστυχίαν των. Καὶ κατὰ πρῶτον πρέπει νὰ τοὺς δεχθῇς μὲ αὐστηρὸν πρόσωπον ἐλέγχωντάς τους διὰ τὰς ἀταξίας των, καὶ ἔπειτα θέλει τοὺς ὁμιλήσῃς τὰ δέοντα. Τὸ στράτευμα εἶναι ἀδύνατον ὅμως νὰ διατηρηθῇ ἐδώ, διότι ὁ κόσμος ἀπελπίσθη [[διότι]] μὴν ἔχωντας νὰ τὸ θρέψῃ καὶ δὲν πρέπει νὰ βαρύνωμεν τὸν λαὸν μ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ νὰ τοὺς ἀποκτῶμεν ἐχθρούς. Ὅθεν εἶναι καλὸν ἂν τὸ ἐγκρίνῃς εὔλογον, νὰ διαλυθοῦν οἱ στρατιῶται ἕως νὰ φθάσουν αἱ τροφαί, καὶ τότε εὐκόλως τοὺς συνάζομεν πάλιν. Ἄν τὸ κρίνῃς εὔλογον ὅμως ὥστε νὰ ἔλθουν αἱ τροφαί, νὰ πάρω ἐγὼ 300 στρ(ατιώτας) καὶ νὰ ὑπάγω εἰς ἀντάμωσιν τοῦ Κίτζου. Καὶ περὶ πάντων τούτων προσμένω ἀπάντησίν σου. Μένω εὐσεβάστως. Τῇ 18 9βρίου 1827 Κακαλέτρη ὁ υἱός σου Ἰωάννης Κολοκοτρώνης [ἐπὶ τοῦ νώτου:] Τοῦ καπ. Γενναίου ἐγράφ(η) 18 9βρίου Κακαλέτρι ἐλήφθ(η) 19 9βρίου Καρύταινα ἀπάντ(ησις) ἔγινε
Λήψη Αναφοράς