Φιλογενέστατοι καπεταναῖοι χαίρετε
Ἐλάβομεν τὸ φιλογενές σας (ὁμοῦ καὶ τὰ περικλειόμενα, τὰ ὁποῖα τὰ ἐστείλαμεν) εἴδομεν τὰ ἐν αὐτῷ. Δέν ἔπρεπε ὅμως νὰ σᾶς λυπήσῃ τὰ ὅσα διὰ τοὺς στρατιώτας ἐγράφαμεν, ἐπειδὴ αὐτὰ τὰ ἐγράφαμεν διὰ νὰ τοὺς ἀναπαύσωμεν. Εἴδομεν τὸν ἡρωϊκὸν πόλεμον ὁποῦ ἐκάματε, τὸν ὁποῖον καὶ ἀλλαχόθεν ἐπληροφορήθημεν, ἐλπίζομεν ὅμως ἐκ μέρους σας μεγαλήτερα καὶ ἡρωϊκότερα κατορθώματα, γνωρίζοντες τὴν γεναιότητα καὶ τὸν ἐνθουσιασμὸν τῆς ψυχῆς σας. Μᾶς ἐλύπησε ἡ στενότης ὁποῦ ἀπὸ μπαρούτην ἔχετε, καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὸ παρὸν δέν εἴχαμεν, εἰμὴ μόνον ἴκοσι ὀκάδες, ἰδοῦ μέ τὸν παρόντα ἄνθρωπόν σας τὴν στέλνομεν. Ἐλπίζομεν νά σᾶς καταφθάσει τὸ συντομώτερον ὁ καπ. Θεοδωράκης Κολοκοτρόνης, ἐπειδὴ τοῦ ἐγράψαμεν καὶ ἡμεῖς ἐπίτηδες τὴν ἀνάγκην ὁποῦ ἔχετε. Χθὲς κᾄποιος Μαρίλης καὶ ἄλλοι εὑρόντες εἰς τὸν κάμπον Τούρκους τοὺς ἐκτύπησαν. Δὲν ὑπέφεραν ὅμως διόλου, ἀλλ’ ἐτράπησαν εἰς φυγὴν ὡς λαγωοὶ καὶ ἐκ τούτου εὑρόντες καιρὸν μερικοὶ χριστιανοὶ ὁποῦ ἦτον μαζύ τους καὶ τρεῖς γυναῖκες διὰ θάῤῥους ἔτρεξαν εἰς τοὺς χριστιανοὺς καὶ ἐλευθερώθησαν· οἱ ὁποῖοι μᾶς εἶπαν τὴν μεγάλην δειλίαν ὁποῦ τοὺς ἐκυρίευσε καὶ τὴν πεῖναν ὁποῦ δοκιμάζουν, καὶ ἂν δὲν ἦτον τὰ κουκιὰ καὶ τὰ ἀστάχυα ὁποῦ θερίζουν, ἢ παραδομένοι ἤθελε ᾖναι, ἢ ἀποθαμμένοι ἀπὸ τὴν πεῖναν. Χθές ὅμως μὴν ἠμποροῦντες νὰ βαστήξωμεν τὴν ὁρμὴν τῶν στρατιωτῶν μας καὶ ἡμεῖς, ἔτρεξαν ἀπὸ τὸ ἐσπέρας εἰς τὸν κάμπον καὶ τούτην τὴν στιγμὴν μᾶς εἶπαν ὅτι εὐγῆκαν Τοῦρκοι καὶ εἴθε νὰ ἀπαντηθοῦν, διὰ νὰ λάβουν ἐκεῖνο ὁποῦ ἐπιθυμοῦμεν. Εἰπέτε εἰς τὰ καράβια νὰ μᾶς στείλουν καθὼς προεγράφαμεν μπάλαις ἀπὸ μίαν ἥμισυ ὀκάν, μισδράλια καὶ μπαλαστρόπια διὰ τὰ καΐκια, ἐπειδὴ ἤμεθα εἰς ἑτοιμασίαν διὰ νὰ πιάσωμεν τοῦ Θάνα καὶ ὁ μπεϊζαδὲ Ἠλίας τὸν Ἅγιον Βλάσην. Νεώτερον δὲν ἔχομεν καὶ ὑγιαίνετε.
Τῇ 31 Μαΐου 1821 Βέρβενᾳ
+ Ὁ Ἔλους Ἄνθιμος
Κωνστ(αντῖνος) Μαυρομιχαλι(ς)
Παναγιώτης Κρεββατάς
Πάνος Σαριγιάννης
[ἀπὸ ἄλλο χέρι:]
Μαυρομηχάλης και Κρεβατάς
[στὸ κάτω μέρος τῆς σελίδας ἀνάστροφα]:
Κ. Μαυρομιχάλης καὶ ἄλλοι.
Τῇ 31 Μαΐου 1821
Βέρβενα