Περίληψη
Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀνδρέα Ζαΐμη πρὸς τὸ Ἐκτελεστικὸ Σῶμα, μὲ τὴν ὁποία τὸ ἐνημερώνει γιὰ τὶς κινήσεις του τῶν τελευταίων ἡμερῶν. Μετὰ τὴ «διάλυσιν τοῦ στρατοπέδου» (ἐννοεῖ τὴν ἀπομάκρυνση τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὰ Μαγούλιανα, στὶς 5 Ἰουλίου), ὁ μὲν Γενικὸς Ἀρχηγός (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης) «ἐκινήθη νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸ ἐν Βερβένοις στρατόπεδον», ἐνῶ ὁ ἴδιος μετακινήθηκε στὸ Σοποτό (σημ. Ἀροανία), ὅπου διέμεινε δύο ἡμέρες, καὶ στὶς 7 Ἰουλίου ἀναχώρησε γιὰ τὴν Κερπινή (γιὰ τὶς κινήσεις τοῦ Ἀνδρ. Ζαΐμη βλ. καὶ Κων. Κοτσώνης, Ὁ Ἰμπραὴμ στὴν Πελοπόννησο, σ. 184-185). Ὁ Ζαΐμης διεκτραγωδεῖ τὴν κατάσταση τῶν Ἑλλήνων: «ἡ καρδία τοῦ λαοῦ ἐγένετο ἀπὸ τὴν δειλίαν ὄχι πλέον ὡσεὶ ὕδωρ ἀλλ’ ὡς ὑδράργυρος», μὲ ἀποτέλεσμα νὰ καταφύγουν στὰ βουνά. Ἐπισημαίνει ὅτι συνεχίζει τὶς προσπάθειες γιὰ στρατολογία, μπαίνοντας καὶ ὁ ἴδιος στὶς σκοπιές, καὶ προτείνει ὅσοι στρατιῶτες ὑπάρχουν στὸ Ναύπλιο νὰ σταλοῦν στὸ στρατόπεδο τοῦ Γενναίου Κολοκοτρώνη, τὸν ὁποῖο ἐκθειάζει μὲ θερμὰ λόγια: «ἀξίως καλούμενον Γενναῖον». Τέλος, ζητᾶ τὴν ἐνίσχυσή του μὲ πολεμοφόδια καὶ ἀναφέρεται σὲ συνεννοήσεις γιὰ τὴν ἀνταλλαγὴ αἰχμαλώτων (βλ. και σχετ.). Ἡ παρουσία στὸ παρὸν ἀρχεῖο αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου ποὺ στάλθηκε ἀπὸ τὸν Ἀνδρ. Ζαΐμη πρὸς τὸ Ἐκτελεστικὸ εἶναι δυσεξήγητη. Πρόκειται γιὰ ἀντίγραφο τῆς ἐποχῆς, ποὺ στάλθηκε στὸν Γενναῖο γιὰ ἐνημέρωσή του;
Προηγούμενες Εκδόσεις: Βασ. Δημητρακόπουλος, Συνοπτικὴἔκθεσις, σ. 19-20 ▪ Ὑπομνήματα, σ. 192-193 ▪ ΙΑΘ, τ. 3, σ. 4.
Βλ. Σχετικά:
0397
Πρὸς τὸ σεβαστὸν Ἐκτελεστικὸν Σῶμα
Ἀπὸ τὸν κομιστὴν τῆς παρούσης μου ταχυδρόμον, ἔλαβα τὰ πρὸς τὸν Γενικὸν Ἀρχηγὸν διευθυνόμενα διάφορα τῆς Διοικήσεως γράμματα.
Τὰ καθ’ ἡμᾶς ἐφρόντησα ἀμέσως νὰ κοινοποιήσω πρὸς τὴν Διοίκησιν, φθάσας εἰς Σωποτόν.
Ὁ Γενικὸς Ἀρχηγὸς μετὰ τὴν τροπὴν καὶ διάλυσιν τοῦ στρατεύματος ἐκινήθη νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸ ἐν Βερβένοις στρατόπεδον. Ἐγώ μείνας μὲ ὁλίγους δισσημέρευσα εἰς Σωποτὸν διὰ νὰ συνάξῳ τοῦ μέρους ἐκείνου τοὺς στρατιώτας, ἀλλ’ ἀπέτυχα διότι ἡ καρδία τοῦ λαοῦ ἐγένετο ἀπὸ τὴν δειλίαν ὄχι πλέον ὡσεὶ ὕδωρ ἀλλ’ ὡς ὑ[[δαργυρος]]δράργυρος· ἐτράπησαν ὅλοι ἀνεπιστρεπτὶ ἐπὶ τὰ ὄρη. Ἀπελπισθεὶς ἐκεῖθεν ἦλθον ἐνταῦθα, ἔγραψα, ἐλάλησα, ἐξεθέμην ἐμαυτὸν εἰς ὅσα ὁ πτοηθείς λαὸς ὑπολαμβάνει ἐπικίνδυνα, καὶ τέλος διὰ νὰ τοὺς ἐνθαρύνω κατετάχθην μόνος μου εἰς τάς σκοπιάς, διὰ νὰ τοὺς δώσω καιρὸν νὰ συνέλθουν. Μετὰ πολλὰ ἄρχησαν νὰ αἰσθάνονται ὅτι ὀρεσίβιοι δὲν ἠμποροῦν νὰ μείνουν ἐπὶ πολύ, καὶ ἄρχησαν νὰ συνέρχονται. Ἐλπίζω λοιπὸν ἐντὸς ὀλίγου νὰ κινηθῶμεν αὖθις, πλὴν ἄδηλον μ’ ὅλην τὴν φαινομένην προθυμίαν, ὁποίαν τύχην θὰ λάβωμεν ἂν μᾶς προσβάλῃ ὁ ἐχθρός· λυσιτελέστατον κρίνετε ὅσοι ἔνοπλοι εὑρίσκονται αὐτοῦ νὰ παραδοθῶσιν ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τοῦ ἀξίω<ς> καλουμένου Γενναίου Ἰω. Κολοκοτρονίδου, καὶ νὰ ἐξέλθουν ὅσον τάχος. Τὸ κατὰ τὰ Βέρβενα στρατόπεδον νὰ διαταχθῇ νὰ κινηθῇ κατόπιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ διὰ νὰ τὸν βλάψῃ, καὶ διὰ νὰ ἐμψυχώσῃ τοὺς ἀποδειλιάσαντας· ὁ ἐχθρὸς ὠφεληθείς ἀπὸ τὴν πτόησιν τοῦ λαοῦ, ἐπροχώρησε μὲ τὸ πῦρ ἕως τὴν Κατζάνα καὶ ἰκάζεται ὅτι συγχρώνως εἰσχωρεῖ ἐπὶ τὴν Γαστούνην, καὶ εἰς τὰ Καλάβρυτα, ὅστις δύναμαι ἐνεργῷ προθύμως, καταφρονῶν καὶ κόπους καὶ κινδύνους· στεροῦμαι καὶ τροφῶν καὶ πολεμεφοδίων, ἀλλὰ τὰ δεύτερα εἶναι διόλου ἀνοικονόμητα ἐνταῦθα· ἀς διατάξῃ ἡ Διοίκησις νὰ μοῦ προφθασθοῦν μ’ ὁποῖον οἶδε ταχύτερον μέσον ὅσα ἠμπορέσει. Τὸ περὶ ἀνταλλαγῆς αἰχμαλώτων, ὡς παρετήρησα ἐν ὀμιλίᾳ περὶ τούτων γενομένην, ἐγκρίνεται ἀπ’ ὅλλους τοὺς ὁπλαρχηγούς, καὶ ἡ Διοίκησις ἂς τὸ ἐνεργήσῃ.
μένω
ὁ πατριώτης
Ἀνδρέας ζαϊμης
Ἐλπίζω οἱ Ἕλληνες πάλιν νὰ ἐμψυχωθοῦν, διότι σταθεροὶ ἢ νὰ ἀποθάνουν ἤ νὰ ἐλευθερωθοῦν δὲν δελεάζονται ἀπὸ τὰς παγίδας τῆς πλάνης τοῦ ἐμπειροπολέμου σατράπου.
Κερπενὶ ἑσπέρας
9 Ἰουλίου 1825
[ἐπὶ τοῦ νώτου:]
Ἀνδρέας Ζαήμης +...+
Εκτελεστικὸν 1825