Περίληψη
Ἐπιστολὴ τοῦ Νικόλαου Παλλαδᾶ πρὸς τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, μὲ τὴν ὁποία τὸν παροτρύνει νὰ ἀποστείλει ἐπιστολὴ πρὸς τὴ Διοίκηση ζητώντας νὰ αὐστηροποιηθεῖ ὁ ἔλεγχος τῆς εἰσόδου καὶ τῆς ἐξόδου στρατιωτικῶν πρὸς καὶ ἀπὸ τὸ Ναύπλιο. Κατὰ τὸν ἐπιστολογράφο, στὴν πόλη ἔχει συγκεντρωθεῖ μεγάλος ἀριθμὸς στρατιωτῶν, ὥστε «δὲν χωρεῖ οὔτε βελόνη», γι’ αὐτὸ προτείνει μία σειρὰ ἀπὸ μέτρα ποὺ θὰ ἐξαναγκάσουν τὸ πλῆθος τῶν στρατιωτῶν νὰ κατευθυνθεῖ στὸ στρατόπεδο. Ἀκόμη, ἀναφέρεται στὴν τριμελὴ ἐπιτροπὴ διαχείρισης τῶν ἐφοδίων, ποὺ εἶχε μεταβεῖ ἀπὸ τὸ Ἄστρος στὸν Ἅγιο Ἀνδρέα, ὅπως τὶς προηγούμενες ἡμέρες ζητοῦσε (βλ. σχετ. [420]) καὶ ἐπισημαίνει τὴν ἀνάγκη νὰ ἐπιστρέφονται τὰ σακιὰ καὶ τὰ ζεμπίλια μὲ τοὺς ἀγωνιστὲς ποὺ κάνουν τὶς μεταφορές. Στὸ νῶτο τοῦ παρόντος ἐγγράφου ὑπάρχει ἀνυπόγραφο σχέδιο ἐπιστολῆς προηγούμενης ἡμερομηνίας (βλ. σχετ. [418]). Γιὰ τὸν Νικόλαο Παλλαδᾶ, πρόκριτο ἀπὸ τὸ Καρακοβούνι μὲ συνεχὴ παρουσία στὶς πολιτικὲς ἐξελίξεις, ἀλλὰ καὶ ἰδιαίτερα δραστήριο αὐτὴ τὴν περίοδο στὸν ἀγώνα κατὰ τοῦ Ἰμπραήμ, βλ. ΑΕΠ, τ. 1, σ. 441-442, τ. 3, σ. 98-99, τ. 20, σ. 96-98· Κων. Κοτσώνης, Ὁ Ἰμπραὴμ στὴν Πελοπόννησο, σ. 193.
Προηγούμενες Εκδόσεις: Αδημοσίευτο.
Βλ. Σχετικά:
0418, 0420
Ἐκλαμπρώτατε
Σήμερον τὸ πρωΐ ἐξῆλθον ἀπὸ Ναύπλιον, εἰσέτι τὰ στρατεύματα δὲν ἐκινήθεισαν ἀπὸ τὰς αἱτίας ὁποῦ δὲν σᾶς λανθάνουν. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ ἡ ἀδράνηα κατεστήθη ἀρετὴ εἰς ὅλους καὶ μένει εἰς τὸν πατριοτικόν σου ζῆλον μόνον νὰ ἀγωνίζεσε διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος, γνωρίζω καὶ ἐγὼ ὁ μικρὸς πατριώτης νὰ σᾶς ὑπῷ ὅτι νὰ γράψῃς μέσα πρὸς τὴν Σ(εβαστὴν) Διοίκησιν, πρὸς τοὺς ὑπουργοῦς καὶ λοιποῦς καλοῦς πατριώτας τζεκουράτα, τὶ τοὺς φυλάττουν ἐκεῖ μέσα τοὺς στρατιώτας τὸ τόσον πλεῖθος ὥστε δὲν χωρεῖ οὕτε βελώνη καὶ ἔρχονται γύρῳ; Ἕως πώτε; Τὶ ἀπέδωσαν τὴν αἰτίαν εἰς τῆν ἐκλαμπρώτιτά σου; Μήπως καὶ δὲν εἶναι χρέος ὁλονῶν μας νὰ συντρέξωμεν; Καὶ ἐν ενὶ λόγῳ ἢ ξεκινοῦν τὰ στρατεύματα ἤδὲ νὰ δώσῃς φάσκελα, καὶ ἂς ὄψονται, διὰ νὰ μὴν ἐλπίζουν τόσα ἀθῶα πλάσματα ὅτι ἔχουν ἀσφάλειαν στρατοπέδου καὶ ἔξαφνα μένουν θῦμα τοῦ ἐχθροῦ (ὦ μοὶ γένοιτο) καὶ τὸ ἀποδώσουν εἰς τὴν ἐκκλαμπρώτητά της. Πρὸς τούτοις νὰ βιάσης μέσα νὰ γενεῖ μεγάλη σφήξης νὰ μὴν συγχωροῦν τὴν εἴσωδον τῶν στρατιοτῶν εἰμεῖ εἰς ἐκείνους ὁποῦ θὰ στέλονται μὲ ἄδειάν σας καὶ ὅσοι ὑπουργοῖ τοῦ φροντιστηρίου· καὶ νὰ διορισθεῖ εἰς τὴν πώρταν τῆς ξηρᾶς ἕνα ὑποκείμενον εὑηπόλειπτον καὶ τίμιον ὁποῦ νὰ μὴν χαρίζεται ἢ διότι φεύγοντες ἀπὸ τὸ στρατόπεδον ἀπερνοῦν εἰς τὰς ἐδῶ σκάλας, τοὺς ἐμποδίζομε ὁμοίως, καί εἰς Μῦλους καταντοῦν διὰ ξηρᾶς καὶ ἔτζι ἐμβαίνουν χωρὶς ἐξαίρεσιν, διότι ἀφήνουν τὰ τουφέκια τους ἔξω καὶ ἀπερνοῦν μὲ τὸ σουλάτζο· πῶς ἦτον βγαλμένοι διὰ σεργιάνη καὶ ἔπειτα τὰ ἐμβάζουν μὲ ἄλους τρόπους. Διὰ τοῦτο ἀφοὗ γενεῖ ἐξέτασις στερεᾶ μένουν ἔξω καὶ βιάζονται νά ἐπιστρέψουν. Σήμερον ἤλθε καί ἐπιτροπῆ ἀπό Ἄστρος ἐδὼ ἡ ὁπήα σᾶς γράφει ἐκ μέρους της τά ὅσα διενεργεῖ. Παρακαλῶ νὰ βιάσετε αὐτοῦ τοὺς φροντιστὰς νὰ μας στείλουν ὅλα τὰ σακιὰ καὶ ζεμπίλια τὰ ἐθνικᾶ διὰ νὰ τὰ στείλομε νὰ μᾶς στείλουν ἄλευρα, διότι μᾶς τὰ ζειτοῦν καὶ τὰ ζῶα ὁποῦ ἔρχονται ἐδὼ νὰ φέρουν τὰ σακιά τους οἱ ἀγογιάτε νά φορτώνουν, ὅτι δὲν ἔχομαι διόλου σακιὰ. Καὶ μὲ τὸ ἀνεῖκον σέβας προσκυνῶντας μένω.
Ἅγιον Ἀνδρέα τῇ 20 Ἰουλίου 1825
Οἱ τῆς ἐπιτροπῆς
ὁ εὐπειθεῖς πατριώτης
Νικόλαος Παλλαδᾶς
[ἐπιγραφὴ διεύθυνσης:]
Τῷ ἐκλαμπρωτάτῳ Γ. πληρεξουσίῳ τοῦ Πελοποννησιακοῦ στρ(ατοπέδου) κυρίῳ Θ. Κολοκοτρόνῃ
Εἰς Ἅγιον Πέτρον