Περίληψη
Ἐπιστολὴ τοῦ Βασίλειου Πετιμεζᾶ πρὸς τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, μὲ τὴν ὁποία τὸν ἐνημερώνει πὼς ἀπέστειλε τὸν «καπετὰν Σταῦρο» [Σαρδελιάνο] (βλ. σχετ.), γιὰ νὰ τοῦ μεταφέρει πληροφορίες προφορικῶς. Ὁ ἐπιστολογράφος ἀναφέρει ὅτι εἶχε ἀποστείλει δικό του ἄνθρωπο στὸν Ἅγιο Βλάση καὶ πληροφορήθηκε πὼς οἱ ἐχθροὶ ὑποχώρησαν πρὸς τὸ Μακρακάμπι (ἴσως ἡ θέση Μακρυκάμπι πλησίον τοῦ οἰκισμοῦ Καλανίστρα Ἀχαΐας· στὰ Ὑπομνήματα ἀναφέρεται ὡς «μικροκάμπη»), προκειμένου νὰ ἀνεφοδιαστοῦν ἀπὸ τὸ φρούριο τῆς Πάτρας. Στὴ συνέχεια μαζὶ μὲ τοὺς προκυνημένους θὰ μετέβαιναν στὴ Λαπάτα (σημ. Λαπάθεια Ἀχαΐας), γιὰ νὰ συγκεντρώσουν ἀρχικὰ τὶς δυνάμεις τους καὶ νὰ θερίσουν τὴν παραγωγὴ αὐτῶν τῶν χωριῶν. Ὁ στόχος τους θὰ ἦταν νὰ λεηλατήσουν ὅσα χωριὰ δὲν προσκύνησαν καί, ἐὰν φτάσουν ἑλληνικὲς δυνάμεις, νὰ μπορέσουν νὰ τὶς ἀντικρούσουν. Ἀναφέρεται καὶ σὲ ἀπώλειες Ἑλλήνων καὶ Τούρκων, τῶν προηγούμενων ἡμερῶν, καὶ κάνει καὶ μνεία τῶν κατοίκων τοῦ χωριοῦ Πετσάκοι, ποὺ στὴν προσπάθειά τους νὰ «γυρίσουν τὸ ὀρδὶ τὸ τούρκικον», δηλαδὴ νὰ ἀποτρέψουν τὴν εἴσοδο τῶν αἰγυπτιακῶν δυνάμεων στὸ χωριό τους, ἔδιναν ὑπόσχεση νὰ παραδώσουν τὸν ἴδιο τὸν Κολοκοτρώνη. Δηλώνει πὼς σὲ αὐτὰ τὰ μέρη ἔχουν ἀποφασίσει «νὰ μὴν ἠξεύρουν ἀπὸ Ρωμέηκον» καὶ ζητᾶ τὴν ἀποστολὴ τοῦ Νικολάκη Πετιμεζᾶ, ὥστε νὰ προφυλαχθεῖ τὸ μοναστήρι τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου. Ἀκόμη, ἀναφέρεται στὴ διαταγὴ τοῦ Ἀρχηγοῦ νὰ συγκεντρωθοῦν τὰ ἄρματα τῆς Κορινθίας καὶ τῆς Βοστίτσας, ἕως 5.000-6.000 χιλιάδες, καὶ νὰ ἐπιτεθοῦν στοὺς προσκυνημένους, γιατὶ ἀλλιῶς ὑπάρχει καχυποψία σὲ ὅλους τους στρατιῶτες, «πλέον ἡ ἀναμπιστοσύνη ἔλειψε καὶ ἄλλα μᾶς λέγουν καὶ ἄλλα φρονοῦν». Στὸ τέλος ἐπισημαίνει πὼς ἡ μόνη λύση ποὺ ὑπάρχει εἶναι νὰ βάλουν «φωτιὰ καὶ τζεκούρι» καὶ ἐπιπλέον ζητᾶ νὰ τοῦ ἀποσταλοῦν πολεμοφόδια, γιατὶ ἔχουν πλήρη ἔλλειψη. Κατὰ τὴν πρώτη ἔκδοση τοῦ παρόντος παραλείφθηκε μεγάλο μέρος τῆς ἐπιστολῆς.
Προηγούμενες Εκδόσεις: Ὑπομνήματα, σ. 505-506.
Βλ. Σχετικά:
0928, 0935
ἐκλαμπρότατε
Ἐχθὲς σας ἐστειλα τον καπεταν Σταυβρο να σᾶς ὁμιλίση καὶ δια ζόσις καὶ ἠς τὰ ὁσα σᾶς εἰπι βάλετε πίστην. Ὅθεν ἐχθὲς ήχα στίλι ἐναν ἄνθροπον ἐδικὸν μου ἠς τὸν Ἅγιον Βλάσι, ἐρότισε ἑναν ἐδικόν του του ἠπε τὰ πάντα ὅτι ἡ Τούρκι ἐτραβήχτηκαν ἠς του Μακρακάμπη [12], ἐκὶ να σταθούν διὰ να στίλουν ἠς Πάτρα διὰ να πάρουν δεκα ημερων ζαεῥέ καὶ με τοὺςτοῦρκοπροσκηνημένους νὰ έλθουν ἠς Λαπάτα διὰ νὰ σινκετρόσουν τὸ στράτευμὰ τους πρότα διὰ νὰ θερίσουν ὅλα τὰ αὐτα χοριὰ τὰ γεννήματὰ [13] τους καὶ έπιτα νὰ ἐλαλατήζουν τὰ ἀπροσκυνιτὰ μέρι καὶ ἀν ακουστι καὶ ὀρδι νὰ ἠμποροῦν να τὸ διαλίσουν αὐτὰ τα σκεδια, τοῦ δινοῦν του πασιᾶ ἤ καπετανέοι· ἐπροχθὲς μᾶς ἐσκότοσαν τρῖς, μᾶς ἐπιάσαν ἐναν ζοντανὸν καὶ τὸν έψησαν ἡ Ἁγιοβλασιτες. ἐσκοτοθηκαν Τοῦρκι τῥιάντα καὶ ὁς πενιντὰ λάβομενη και ἕνας μεγάλος μπέης καθός αὑτός ἡπε του ἀνθρόπου. Ἐπροχθὲς ἡ Πετζάκιτες είχαν διὸ ἀνθρόπους σταλμένους ἀπὸ αὐτοῦ διὰ νὰ γιρισουν τὸ ὀρδι τὸ τούρκικον καὶ μέ ἰπόσχεσιν ὁτι να σέ παραδόσουν. Αὐτὰ ὁ φίλος με ἐπαράγγιλε καὶ με ἠπε ὁτι ἐτούτο τὸ μέρος έχουν ἀπόφασιν διὰ να μήν ἠξεβρουν ἀπο Ρομέηκον, ὁθεν διὰ να μήν σας πολιλογώ ἁνάγγι πάσα νὰ στιλις τὸν Νικολάκι νὰ διναμόσι τὸ μοναστιρι να μήν μας το προδόκουν καὶ τὸ πάρουν. Ἡ ἔκλαμπροτή σας διατάζη τα Κορινθιακὰ και Βοστίτζας [[στρατιγοῦ]] ἅρματα καὶ τοὺςστρατίγους νὰ δυναμόσουν εἰς τήν Φτερι καὶ περάσουν κατὰ τὸ Σώποτο διὰ νὰ σιναχθούν τὰ ἅρματα ὅλα νὰ γενούμεν ἀπο πεντέ ἔξι χιλιάδες και να ριχθοῦμεν να κάμομεν τὸ χρέος μας εἰς τοὺςτούρκοπρόσκυνήτας καὶ ἐτζὶ θα κοψη το κακὸν, αλιός και εγὸ ἐδο ὁπου ήμε έχω ἠποψηαν ἀπο τοῦς ἐδό [14] διατὶ πλέον ἡ ανάμπιστοσίνη ἐλίψε καὶ ἄλα μὰςλέγουν καὶ άλα φρονοῦν καὶ καθός τὸ ἤδες καὶ έχε τὸν νοῦν σου καλὰ Γερο να μήν πάθομεν καμία. Ἐγὸ δέν σοῦ τὸ γράφο διὰ ἄλον σκοπὸν ὁμός ἡ ἤδιη φιλι που σού λέγουν κολακίες ἑχοῦν φρονῆματα κακὰ καὶ λαβέ μετρα. Ὁ γερο Σισίνης ἑπερασέ ἑχθὲς ἐδοθέ διὰ τήν Διβρὶ τὸν ἐσμιξὰνἀνθρόπι τοὺςἰπε δια το Ναύπλιον ὁτι τοῦς Τελίγιανέους τοὺςἐχοῦν πιασμένους ἠς τὸν Ἡτζι Καλέ ὁ Φοτομάρας καὶ ἀλους ὁ Πετροπέης με τὸν Ἀνάστασι Λοντον καὶ με τὸν Πεηζᾶντε ῆνε ἠς τὸ Μπούρτζη, τὸν Ζαήμι τὸν ἐπιἄσαν ἡ Κρανηδιότες αὐτὰ ἠπε τὸν ἀνθροπον καὶ θελι τού γράψο σίμερις καὶ ὁτι μ’ εγραψε σᾶς γράφο. Τοῦ Χρισαντου τοῦ ἐπαραγγιλὰ διὰ να σισοματοθι να ἡνέ ἐτιμος, ἡ Ἀργιται πᾶν εἰς το Ἁργος ἑγο ἐδο γραφο πια νὰ χυθῶ διὰ να σινάξο τα άρματα. Γραψε τοῦ Νηκολάκι τοῦ Κόρδη να στενοχοριση τα εκὶ ἁρματὰ καὶ νὰ τραβίχθι ὁ Κόρδης ἐδοθὲ ἀς βαλουν φοτιὰ καὶ τζεκουρι ὁτι ἀλὸός τρόπος δεν ἤνε. Ἐλαβα καὶ ἀπὸ τὸν +..ρο..τα+ τὰ<ς> διαταγὰςσας καὶ κατὰ τὸ γραφίν σας θελι ἐνεργίσω σιμέρις ἐροβολισὰ ἐδο διατὶ ἠς τὸ διάσελο δέν ηκονομιόμαστε οὐτε ἀπο ζαερέ οῦτε ἀπο κάπες που ἐπροχθὲς έχασαν μερικὶ καὶ ἑδο περιμενῶμεν τὰςὁδιγίας σας, γράψε ούθε γνωρίζης διὰ τζιμπιχάνε ὁτι δέν ἐχώμεν δράμι καὶ ἐτζι πλέον στοχασου τι δουλια θε να καμομεν, παρακαλο ὁτι ὁ καπετᾶν Σπίρος καὶ Παβλος ἐχοῦν μερικα ζόα ἀπο Κερπηνῆ, Κερτεζη ἀς τὰ δοσῖ πλέον ὁτι ἠνὲ τὸν στρατιοτὸν καὶ μὲ ἐξεψιχισὰντόσον· καὶ μένο προθιμος τον δια<τα>γὸν σας <μὲ> ὄλω το σέβας
1827 Ἰουλίου 4
Λεχουρι
βασίλειος πετιμεζᾶς