Περίληψη
Ἐπιστολὴ τοῦ Βασίλειου Πετιμεζᾶ πρὸς τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, μὲ τὴν ὁποία τὸν ἐνημερώνει πὼς ἔλαβε τὶς ἐπιστολὲς μὲ παραλῆπτες τὸν Δημήτριο Πλαπούτα καὶ τὸν Γενναῖο Κολοκοτρώνη, τὰ ὁποῖα καὶ ἀποστέλλει ἀμέσως. Δηλώνει πὼς καὶ ὁ ἴδιος τοὺς ζήτησε νὰ μεταβοῦν στὸ διάσελο τοῦ Λεχουρίου, ὅπουβρισκόταναὐτός. Ἐνημερώνει πὼς ἔφτασαν καὶ δύο καπετάνιοι τοῦ Χρύσανθου Σισίνη, γιὰ νὰ συνομιλήσουν καὶ νὰ συντονίσουν τὶς ἐνέργειές τους. Στὸ διάσελο ἔφθασε καὶ ὁ Γκολφίνος Πετιμεζᾶς, ὥστε εἶχαν συγκεντρωθεῖ ἐκεῖ περίπου 1.000 στρατιῶτες. Ὡστόσο, μὲ δραματικὸ τόνο διερωτᾶται: «ποῖοι εἶναι οἱ ἑλληνοφρονοῦντες καὶ ποῖοι οἱ τουρκοφρονοῦντες»; Ἀποστέλλει τὸν ἔμπιστό του Σταῦρο Σαρδελιάνο, γιὰ νὰ τὸν πληροφορήσει προφορικῶς (βλ. καὶ σχετ. [930]). Στὴ συνέχεια, διατυπώνει μὲ ἔντονο τρόπο παράπονα, λέγοντας πὼς ὁ ἴδιος ἀποφάσισε «διὰ τὴν ἀγάπην τῆς Πατρίδος καὶ ἐκλαμπρότητός του» νὰ χύσει τὸ αἷμα του, ἀλλὰ ὁ Θεόδ. Κολοκοτρώνης ἀδιαφορεῖ καὶ δὲν τὸν βοηθᾶ. Τοῦ ζητᾶ νὰ διατάξει τὸν Μελετόπουλο νὰ μεταβεῖ στὴ Φτέρη καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κολοκοτρώνης νὰ ἐγκαταστήσει τὸ στρατηγεῖο του στὸ Σοπωτό (σημ. Ἀροανία), στὸ ἐσωτερικὸ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, ἐκεῖ δηλαδὴ ὅπου διεξάγεται ὁ ἀγώνας κατὰ τοῦ προσκυνήματος. Ἀκόμη, ἀναφέρεται στὸν ἄπιστο Φραγκάκη, δηλαδὴ τὸν καπετάνιο ἀπὸ τὰ Νεζερὰ Νικόλαο Φραγκόπουλο (βλ. σχετ. [931]), τὸν ὁποῖο θεωρεῖ «ἄπιστον» (μειωμένης ἐμπιστοσύνης, ἐπαμφοτερίζοντα) καὶ συνιστᾶ νὰ τὸν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν περιοχὴ καὶ νὰ τὸν πάρει «μαζί του». Θεωρεῖ ἀπολύτως ἀπαραίτητο νὰ ἐνισχυθεῖ τὸ μοναστήρι τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου.
Προηγούμενες Εκδόσεις: Ὑπομνήματα, σ. 508.
Βλ. Σχετικά:
0930, 0931
Ἐκλαμπρότατε Γ(ενικὲ) Ἀρχηγέ!
Ταύτῃ τῇ στιγμὴ ἔλαβα τὰ γράμματά σας πρὸς τὸν στρατηγὸν Κολ͜ιόπουλον, καὶ ἀδελφὸν καπετὰν Γενναῖον τὰ ὁποῖα ἀμέσως τὰ ἐξαποστέλνω, εἰς τοὺς ὁποῖους καὶ ἐγὼ ἐχθὲς μὲ ἐπίτηδες τοὺ<ς> ἔγραψα παρακινώντας τους διὰ τὸν ἐνταῦθα ἐρχωμόν τους. Συγχρόνως μοῦ ἤλθαν καὶ δύω καπεταναῖοι ἀπὸ τὸν στρατηγὸ Χρήσανθο Σισῖνην ὁποῦ εὑρίσκεται εἰς Γερμοντζάνη, καὶ διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ συσκευθῶμεν, ὁ ὁποῖος στρατηγὸς Χρήσανθος μοῦ ἔστιλεν καὶ τὸ περικλειόμενον εἰς τὴν ἐκλαμπρότητά σου καὶ λάβε το. Ἤλθεν καὶ ὁ ἀδελφός μου Γκολφῖνος μὲ τὸ σῶμα του, καὶ συμποσούμεθα ὅλοι ἕως χίλιοι, πλὴν τὶ τὸ ὤφελος ὁποῦ δὲνἰξεύρωμεν ποῖοι εἶναι ἡ ἑλληνοφρονοῦντες καὶ ποῖοι οἱ τουρκοφρονοῦντες. Περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως ἀπὸ πολλάς αἱτίας δὲν ἠμπορῶ διὰ νὰ σᾶς γράψω, ἀλλὰ ἐπίτηδες σᾶς ἀποστέλνω τὸν παρόντα καπετὰν Σταῦρο Σαρδελιάνον καὶ δῶσε καθαρὰν πίστιν εἰς τοὺς λόγους του. Ἐγὼ ἀπεφάσισα διὰ τὴν ἀγάπην τῆς Πατρίδος καὶ ἐκλαμπρότητός σου, νὰ χύσω τὸ αἷμμα μου, καὶ καθὼς βλέπω τάς ἀδιαφορία<ς> σας, βέβαια χωρίς αἰτία θᾄν τὸ εὕρω. Ὅθεν ἐκλαμπρότατε! εἰσάκουσον εἰς τὰ ὅσα ὁ ἀπεσταλμένος μου σᾶς ὁμιλείση, καὶ μὴνμᾶς πέρνης εἰς τὸν λεμόν σου. Διάταξε τὸν Μελετόπουλον διὰ νὰ ἀπέλθη εἰς τὴνΦτέρη ὅσον τάχιστα, καὶ ἡ ἐκλαμπρότη σου ἀπέρασε ἀμέσως εἰς τὸ Σοποτώ. Μὴνδώσεται ἀργοπωρίαν, ἐπιμεληθεῖται τὸ συντομώτερον νὰ προηπαντήσωμεν αὐτὸ τὸ κακὸν ὅτι θἄν τὸ μετανοήσωμεν, καὶ ἡμεῖς χανώμεθα. Μ’ ὅλον τὸ σέβας προσκυνῶντα σας μένω.
τῇ 8 Ἰουλίου 1827
διάσελον Λεχουρίου
πρόθυμος τῶν διαταγῶν σας
βασίλειος πετιμεζᾶς
[πλαγίως:]
Βίασε δι’ ὅλλα τὰ ἅρματα, δώσε τζηκούρι καὶ φωτιά, γράψε καὶ πρὸς τὸν ἀδελφόν μου Παναγιωτάκην εἰς Κατζάναν, τοῦ ὁποίου ἔγραψα καὶ ἐγώ.
[ἐπὶ τοῦ νώτου:]
Δόσε διαταγή τοῦ Σαρδελιάνου νὰ βγάλη τὰ δικὰ του ὅτι μετὰ ηξέβρι ὅτι το πραμα πάγι κακὰ ἀπὸ τοὺς ἀπίστους πάρε μαζὶ σου τὸν Φραγκάκη τὸν ἀπίστον καὶ τοὺς ἄλους πάρε γέρο μέτρα καλὰ τραβήξου ἐδόθε μὲ ἕνὶ λόγω διὰ τὸ στράτευμα καὶ μην μινις αυτού ούτε στιγμήν
δινάμοσε τὸ μοναστήρι διὰ να μην το προδόσουν
ο ἴδιος
[ἀπὸ ἄλλο χέρι:]
αρ. {...} Β. Πετιμεζάς 8 Ἰουλίου
διάσελον Λεχούρι
[ἐπιγραφὴ διεύθυνσης:]
Πρὸς τὸν ἐκλαμπρότατον Γ(ενικὸν) Ἀρχηγὸν τῶν Π(ελοποννησιακῶν) ὅπλων κύριον Θ. Κολοκοτρώνην