Περίληψη
Ἐπιστολὴ τοῦ Δημήτριου Πλαπούτα πρὸς τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, μὲ τὴν ὁποία τὸν ἐνημερώνει πὼς ἦρθαν ὅλοι οἱ «τουρκοπροσκυνημένοι» καὶ ἔδωσαν ὑπόσχεση νὰ πάρουν τὶς οἰκογένειές τους καὶ τὸ «πράγμα τους» (: τὴν κινητή τους περιουσία) καὶ νὰ πάνε ὅπου βρίσκεται ὁ Δημ. Πλαπούτας. Ὑποσχέθηκαν ὅτι θὰ ἐπιστρέψουν, ἕως τὴν ἑπόμενη Τετάρτη. Ὁ Δημ. Πλαπούτας αἰτιολογεῖ αὐτὴν τὴν καθυστέρησή τους, καθὼς εἶχαν τὶς οἰκογένειές τους στὶς περιοχὲς ποὺ κατεἶχαν οἱ Τοῦρκοι (βλ. καὶ σχετ. [971]). Στὸ ὑστερόγραφο διαμαρτύρεται, γιατὶ εἶχε προτείνει νὰ μποῦν σκοπιές (καραούλια), ὥστε νὰ ἀποτρέπονται οἱ λιποταξίες,ἀλλὰ δὲν εἰσακούστηκε. Ἔτσι, ἔφυγαν πολλοὶ στρατιῶτες καὶ πῆραν μαζί τους τροφὲς καὶ «γέννημα». Ζητᾶ νὰ ἀποσταλοῦν τρόφιμα, γιατὶ στὸ στρατόπεδο εἶχαν πλήρη ἔλλειψη. Μαζὶ μὲ τὴν παρούσα ἀποστέλλει καὶ τὸ «μαρτυρικόν», ποὺ ἀσφαλῶς εἶναι τὸ σχετ. [930], τὸ ὁποῖο ἀφορᾶ τὸν κατάσκοπο Εὐστάθιο Τζιβίκη, καὶ ζητᾶ νὰ σταλεῖ τὸ ἔγγραφο στὴ μονὴ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου καὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸν Φενεό, γιὰ «νὰ τὸ ὑπογράψουν ὅσοι τὸ ἤκουσαν».
Προηγούμενες Εκδόσεις: Αδημοσίευτο
Βλ. Σχετικά:
0930, 0935, 0971
Ἐκλαμπρότατε
Σήμερον πάλιν σᾶς ἔγραφον περὶ τῶν τουρκοπροσκυνημένων καὶ αὕθυς σᾶς λέγῳ ὅτι ἤλθον ὅλλοι καὶ μᾶς ἔδωσαν λόγον τιμής ὑποσχώμενοι νὰ ὑπάγουν ἀπόψε ἕως αὕριον τὸ βράδυ νὰ πάρουν τὰς φαμηλίας τους καὶ πράγμα τους ὁποῦ τὰς ἔχουν μέσα εἰς τούς Τούρκους καὶ νὰ τὰς εὕρουν νὰ τὰς περάσουν ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἀπάνω ὁποῦ εἴμεθα ἡμεῖς καὶ ὑπεσχέθησαν ὅτι ἕως τὴν Τετράδην τὸ γεύμα νὰ εἶναι ἄφευκτα ἐδῶ, μὴν ἀμφιβάλης ἐπειδή καὶ τὴν ὑπόσχεσιν αὐτὴν τὴν ἔδωσαν μὲ σταθερότητα καὶ θὰ ἔλθουν ἄφευκτα, ἡ ἄργιτά τους, ἕως τὴν Τετράδην εἶναι ὅπου ἔχουν τὰς φαμηλείας τους κοντὰ εἰς τούς Τούρκους καὶ νὰ ὑπάγουν νὰ τὰς πάρουν μὲ κάθε τρόπον νὰ τὰς φέρουν ἐδῶ, καὶ νὰ τὰς περάσουν ἐπάνω, καὶ νὰ σταθοῦν ὅλλοι αὐτοὶ μὲ ἡμᾶς, καὶ ἐν τοσοῦτῳ μένω.
Τῇ 25 Ἰουλλίου 1827
Δεμέστιχα
ὁ άδελφός σου
Δημητρακης πλαπουτας
Εἰμὴ ὅταν ἀναχώρησα σοὺ εἶπα διὰ νὰ βάλῃς καραβούλια ἐμπρὸςνὰ κοιτάζουν νὰ πιάνουν τοὺςλυποτακτούντας στρατιώτας αὐτοὶ ὅσον πράγμα ηὔραν τὸἐπῆραν καὶ ἔφυγαν καθὼς καὶ γένημα, ἐδώ πλέον γένημα δὲν εἶναι οὔτε κρέας καὶ οἱ στρατιώτες λυμοκτονοῦν διὰ τούτῳ νὰ μᾶς προφθάσεται ἀπὸαὐτοῦ καὶ γένημα καὶ κρέας ὅτι εἴμεθα διὄλου ὑστεριμένοι.
Λάβε τὸμαρτυρικὸν ὑπογραμμένον καὶ στείλε το εἰς τὸΣπύλαιον νὰ τὸὑπογράψουν ὅσοι τὸἥκουσαν καὶ εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον.
Τὸν ἀνεψιόν μου Γεναίον ἀσπάζομαι ἐχάρην τὸν ἐρχομόν του.