Περίληψη
Ἐπιστολὴ τοῦ Νικόλαου Σπηλιάδη πρὸς τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, μὲ τὴν ὁποία μεταδίδει ἀναλυτικὲς πληροφορίες γιὰ ποικίλα ζητήματα. Ἀναφέρεται σὲ ἐπιστολὲς ποὺ εἶχε ἀποστείλει ὁ Θεόδ. Κολοκοτρώνης, γιὰ νὰ ἀναγνωσθοῦν στὴν ὁλομέλεια τῆς Βουλῆς, καὶ κατατέθηκαν «εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ἔθνους», ἀλλὰ ὁ ἐπιστολογράφος εἰρωνεύεται τὴν κυβέρνηση (δηλαδὴ τὴν Ἀντικυβερνητικὴ Ἐπιτροπὴ) πὼς δὲν πρόκειται νὰ μεριμνήσει γιὰ τὰ πολεμοφόδια ποὺ ζητοῦνται. Ἀναφέρεται στὴν πανηγυρικὴ δοξολογία ποὺ τελέστηκε στὸ Ναύπλιο γιὰ τὴ ναυμαχία τοῦ Ναβαρίνου, στὶς 17 Ὀκτωβρίου (βλ. ΓΕΕ, ἀρ. φ. 69, 19.10.1827) καὶ στὶς πληροφορίες γιὰ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀπωλειῶν, ποὺ ἔφτασαν στὴν πόλη. Ἐπισημαίνει τὶς ἐπιστολὲς τῶν ναυάρχων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων πρὸς τὴ Διοίκηση, μὲ τὶς ὁποῖες τὴν ἐπιπλήττουν γιὰ τὴν «καταγωγία» (καταδρομές, κοῦρσος) ποὺ διαπράττουν τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα, ἐνῶ παράλληλα, μὲ ἔντονο τρόπο, «σχεδὸν ὑβριστικόν», ἀπαιτοῦν νὰ μὴν κάνουν οἱ ἑλληνικὲς δυνάμεις ἄλλες ναυτικὲς ἐκστρατεῖες, καταδρομὲς καὶ ἀποκλεισμούς, ἀφοῦ ὁ πόλεμος λήγει. Οἱ Μεγάλες Δυνάμεις ἀναγνωρίζουν μόνον τὸν ναυτικὸ ἀποκλεισμὸ ἀπὸ τὸν Βόλο ἕως τὴ Ναύπακτο καὶ πέραν αὐτῶν τῶν ὁρίων καμία δράση ἐναντίον πλοίων μὲ εὐρωπαϊκὴ σημαία δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀνεκτή. Παράλληλα, οἱ ναύαρχοι δηλώνουν πὼς οἱ Ἕλληνες δὲν πρέπει νὰ ξεσηκώσουν ἐπανάσταση σὲ Χίο καὶ Ἀλβανία, ἐνῶ τὸ Θαλάσσιο Δικαστήριο δὲν θὰ ἔχει στὸ ἑξῆς δικαιοδοσία στὴν κρίση ὑποθέσεων λειῶν χωρὶς τὴ γνώμη τῶν ναυάρχων (βλ. τὴ σχετικὴ ἐπιστολὴ τοῦ Marie Henri Daniel Gauthier, comte de Rigny πρὸς τὴ Βουλή, δημοσιευμένη στὰΠρακτικὰ τῆς Βουλῆς, σ. 143-145). Στὴ συνέχεια, ὁ Νικ. Σπηλιάδης ἀναφέρεται στὸν Βιάρο Καποδίστρια, ὁ ὁποῖος εἶχε συγκεντρώσει μεγάλη ποσότητα χρημάτων, ἀπὸ δάνεια, γιὰ τὸν Ἀρχιστράτηγο Richard Church καὶ συμβουλεύει τὸν Θεόδ. Κολοκοτρώνη νὰ ἀπευθυνθεῖ στὸν Ἀρχιστράτηγο, στὸν ὁποῖο θὰ παραδοθοῦν τὰ χρήματα. Ἀκολούθως, ἀναφέρεται στὰ ἔμπιστα πρόσωπα τῆς οἰκογένειας: τὸν Γιάννη Ἀναγνωστόπουλο (γραμματικὸ τῶν Κολοκοτρωναίων, βλ. Κων. Στεργιόπουλος, «Οἱ γραμματεῖς τῶν μονάδων Στρατοῦ καὶ Ναυτικοῦ», σ. 276) καὶ τὸν Γεώργιο Ἀθανασιάδη, πρώην γραμματικὸ τοῦ Νικήτα Σταματελόπουλου. Ἐπικρίνει τὸν γραμματοκομιστὴ Ἀθανάσιο Καρδαρᾶ, στὴν περίπτωση ποὺ δὲν εἶχαν φτάσει οἱ προηγούμενες ἐπιστολές του (γιὰ τὸ πρόσωπο αὐτὸ βλ. τὰ σχόλιά μας στὸ ἔγγρ. [603]). Ἀναφέρεται στὴ μεγάλη ἔλλειψη χρημάτων ἀπὸ τὸ Ταμεῖο καὶ διατυπώνει τὴν ἐλπίδα πὼς ἡ ἄφιξη τοῦ Κυβερνήτη θὰ διασώσει τὰ ἐθνικὰ εἰσοδήματα τοῦ ἑπόμενου ἔτους. Τέλος, σημειώνει τὴν ἁρπαγὴ 8.500 προβάτων ἀπὸ τὸν Θεοδωράκη Γρίβα, τὸν Ἰωάννη Στράτο καὶ τὸν στρατηγὸ Κυριακούλη Ἀργυροκαστρίτη στὸ Λιγουριό, ὅπου βρίσκονταν Βαλτετσιῶτες καὶ Καρυτινοὶ βοσκοὶ (πιθανὸν πρόκειται γιὰ τὴν ἴδια ὑπόθεση ποὺ ἀναφέρει ὁ ἴδιος γιὰ ἁρπαγὴ προβάτων ἀπὸ τὸν Θεοδ. Γρίβα στὰ Ἴρια, βλ. Νικ. Σπηλιάδης, Ἀπομνημονεύματα, τ. 3, σ. 502· γιὰ τὶς καταχρήσεις του βλ. καὶ τὰ σχετ.).
Σεβαστὲ μου πατριῶτα!
Ἔλαβον τὸ δίστιχον γράμμα σας 26 τοῦ παρελθόντος Σεπτεμβρίου διὰ τοῦ καπ. Τζόκρη, καὶ ἐνεχείρισά το πρὸς τὴν Βουλήν. Ὁ κόμης ἦλθε ἐδὼ πρὸ λίγων ἡμερῶν, ὅστις μ’ ἔδωσεν καὶ ἕτερον γράμμα σας πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ τὰ δύω ταῦτα γράμματά σας, ἐπειδὴ ἔφθασαν παρὰ καιρόν, ἐνομίσθη περιττὸν νὰ ἐγχειρισθῶσι. Μ’ ὅλον τοῦτο ἀπεφασίσθη καὶ ἐδόθησαν τοὐλάχιστον διὰ νὰ εὐρίσκωνται εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ἔθνους. Εἰσέτι δὲν ἀνεγνώσθησαν. Πλὴν καὶ ὅταν ἀναγνωσθοῦν καὶ διευθυνθοῦν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τάχα θ’ ἀποσταλῶσι τροφαὶ καὶ πολεμεφόδια. Τουλάχιστον ὁ Κόχραν καὶ ὁ Ἐϊδὲκ ἀπεκρίθησαν ἐσχάτως ὅτι δὲν ἔχουν πλέον, καὶ ὅτι, ἐπειδὴ ἡ τύχη τῶν Ἑλλήνων ἀπεφασίσθη παρὰ τῶν τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων, οἱ Φιλέλληνες δὲν θὰ μᾶς στείλουν ἐφεξῆς τροφὰς καὶ πολεμεφόδια. Ἐν τοσούτω εἴμεθα καὶ ἡμεῖς τῆς αὐτῆς γνώμης, ἐπειδὴ χθὲς ἐψάλομεν δοξολογίαν διὰ τὸ καύσιμον τῶν ἐχθρικῶν στόλων. Σήμερον δὲ ἐλθόντος τοῦ Χαμιλτὼν ἐλάβομεν ἀπὸ τοὺς τρεῖς ναυάρχους γράμματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα πληροφορούμεθα ὅτι ἐκάησαν περὶ τὰ 80 πλοῖα. Ἑπτὰ χιλιάδες Τοῦρκοι καὶ χίλιοι περίπου χριστιανοὶ Εὐρωπαῖοι. Μανθάνομεν πρὸς τούτοις ὅτι ὁ Ἰμπραΐμης ἔλαβε διορίαν εἴκοσιν ἡμερῶν διὰ ν’ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὴν πατρίδα μας. Ὥστε τούτου δοθέντος, παύει πλέον ὁ πόλεμος εἰς τὴν Πελοπόννησον, διότι καὶ οἱ ἐντόπιοι Τοῦρκοι πρέπει νὰ φύγουν, παραιτοῦντες ὅλα τὰ φρούρια. Περὶ τούτων πάντων στοχαζόμεθα ὅτι πληροφορεῖσθαι αὐτόθι ἀκριβέστερον ἀπὸ τὴν πηγήν, καὶ περιττὸν νὰ σᾶς γράψω ἐγώ. Οἱ ναύαρχοι εἶναι εἰς ἄκρον δυσαρεστημένοι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησίν μας, ἐξ αἰτίας τῶν καταχρήσεων ὁποῦ ἔπραξαν οἱ καταγωγεῖς μας εἰς τὰς θαλάσσας, ταράξαντες τὸ ἐμπόριον τῶν Εὐρωπαίων. Ἔγραψαν πρὸς αὐτὴν περὶ τούτου μὲ τρόπον πολλὰ αὐστηρόν, καὶ σχεδὸν ὑβριστικόν. Χθὲς ἦλθε γράμμα των πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ λέγουν ὅτι, ἐπειδὴ ὁ τούρκικος στόλος δὲν ὑπάρχει πλέον, καὶ διὰ τοῦτο ἐπραγματώθη ἡ ἀνακωχὴ τῶν ὅπλων, δὲν ἐννοοῦν νὰ κάμουν πλέον οἱ Ἕλληνες μἤτε καμμίαν ἐκστρατείαν μἤτε καμμίαν καταγωγίαν, μήτε κἀνένα ἀποκλεισμόν. Γνωρίζουν μόνον τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὸν Βόλον ἄχρι τῆς Ναυπάκτου συμπεριλαμβανομένων τῶν νήσων Σαλαμῖνος, Αἰγίνης, Ὕδρας καὶ Σπετζῶν, ὅτι τὰ καταγωγικὰ πλοῖα μας ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ ἀποκλεισμοῦ τούτου δὲν μποροῦν νὰ ἐνοχλήσουν τὰς σημαίας τῶν ἄλλων δυνάμεων. Ὅτι οἱ Ἕλληνες δὲν πρέπει νὰ κινήσουν ἐπανάστασιν εἰς τὴν Χίον καὶ εἰς τὴν Ἀλβανίαν, διὰ νὰ μὴν ἐκθέσουν τοὺς χριστιανοὺς εἰς τὴν κατὰ ἀντεκδίκησιν σφαγὴν παρὰ τῶν Τούρκων. Ὅτι τὸ Θαλάσσιόν μας Δικαστήριον δὲν ἔχει πλέον δύναμιν νὰ κρίνῃ τὰς λείας, χωρὶς συγκαταθέσεως τῶν ναυάρχων, καὶ καθ’ ἑξῆς, φοβερίζοντές μας, ὅτι ἀφ’ οὗ ἔκαυσαν τὸν στόλον τοῦ ἐχθροῦ, νὰ προσέξωμεν μήποτε καύσουν καὶ τὸν ἰδικόν μας ἐξ αἰτίας τῶν κατὰ θάλασσαν πειρατιῶν καὶ καταχρήσεων. Καὶ ἑπομένως μήποτε μᾶς ὑπεξαιρέσουν ἀπὸ τὸν νόμον τῶν Ἐθνῶν, ὃ ἐστὶ μήποτε μᾶς διακηρύξουν ληστάς. Αὐτὰ ἔκαμαν ἐντύπωσιν μεγάλην εἰς τὰ δύω σώματα καὶ σήμερον ἀπεφασίσθη εἰς τὴν συνέλευσίν μας νὰ κάμωμεν, ὅ,τι μᾶς εἶπον οἱ ναυάρχοι διὰ νὰ τοὺς εὐχαριστήσωμεν, καὶ νὰ τοὺς ἐξιλεώσωμεν. Τὸ κακὸν εἶναι ὅτι ὁ Φαβιέρος ἔκαμεν εἰς Χίον ἀπόβασιν πρὸ λίγων ἡμερῶν [[εἰς τὴν Χίον]]. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἔχομεν δικαίωμα εἰς τὴν Κρήτην. Καὶ περὶ ταύτης δὲν ἀναφέρουν τίποτε. Ψιθυρίζεται ὅτι θέλουν νὰ μᾶς ἀφαιρέσουν καὶ τὴν Σάμον ὡς παρακειμένην εἰς τὴν Ἀσίαν, καὶ δὲν ἠξεύρομεν πλέον τὸ ἀποβησόμενον. Διὰ τοῦτο ὁ ἐρχομὸς τοῦ Κυβερνήτου μας εἶναι ἐπιθυμητότατος εἰς αὐτὴν τὴν κρίσιμον περίστασιν. Ἐλπίζομεν δὲ νὰ ἔλθῃ ὀγλίγωρα καὶ ἄμποτε νὰ τὸν ἀπολαύσωμεν. Ὁ αὐτάδελφός του Βιάρος γράφει ὅτι ἔχει συναγμένα ἕως εἴκοσι πέντε χιλιάδας ταλλήρων δάνεια εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος διὰ τὸν ἀρχιστράτηγον. Τὸ δάνειον τοῦτο θέλει συμποσωθῆ ἕως 50 χιλιάδες λίρας στερλίνας διὰ νὰ οἰκονομίσῃ τὸ στρατιωτικόν, καὶ λοιπά, ἐπειδὴ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὀλίγον πρέπει νὰ ἐλπίσωμεν, ὅταν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην δὲν ἐλπίζεται πλέον συνδρομὴ παρὰ τῶν Φιλελλήνων, ἀνάγκη πᾶσα νὰ στρέψετε τὴν προσοχήν σας ὅλως εἰς τὸν ἀρχιστράτηγον, εἰς χεῖρας τοῦ ὁποίου μέλλει νὰ παραδοθῇ τὸ περὶ στρατιωτικοῦ δάνειον (διότι τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς) καὶ ἀπὸ αὐτὸν νὰ λάβετε κάθε βοήθειαν εἰς τὰ πολεμικά σας ἐπιχειρήματα. Κατ’ αὐτὰς σᾶς ἔγραψα πάλιν μὲ τὸν κύριον Ἀναγνωστόπουλον, ὅστις ἔρχεται εἰς ἀντάμωσίν σας ὁμοῦ μὲ τὸν Γεώργιον Ἀθανασιάδην, σᾶς ἔστειλα μὲ αὐτὸν καὶ τὰς ἐφημερίδας ἕως τότε, λάβετε ἤδη καὶ τὸ ἔγκλειστον φύλλον. Οἱ φίλοι μας, περιφερόμενοι ἐνταῦθα ἄνεργοι, χάσκουν, καὶ οὔτε ἠξεύρω τὶ κάμνουν. Ὅμως φαίνονται κατανεκρωμένοι ἀποτυχόντες ἀπ’ ὅλα τὰ σχέδιά τους ἕως σήμερον. Περιμένομεν ἀνυπομόνως νὰ λάβωμεν νεωτέρας πληροφορίας σας, διὰ νὰ μάθωμεν τίποτε χαροποιὸν μετὰ τὸν ὄλεθρον τοῦ στόλου. Προλαβόντως διὰ τοῦ κόμητος σᾶς ἔστειλα καὶ ἄλλον φάκελλον γράμματα ἐμπεριέχοντα τὰς ἐφημερίδας ἀπὸ τὴν ἀρχήν. Ὅτε καὶ σᾶς ἔλεγον νὰ διατάξετε τὸν Ἀναγνώστην διὰ νὰ πληρώσῃ. Ἀμφιβάλλω ἂν ἐλάβετε αὐτὰ τὰ γράμματα, εἰς τὰ ὁποῖα σᾶς ἔγραψα εἰς πλάτος, καὶ τούτου δοθέντος ἂς δώσῃ λόγον ὁ Ἀθ. Καρδαρᾶς. Ἠμεῖς ἂν θέλομε νὰ σᾶς γράψωμεν, δὲν ἔχομεν καὶ τὸν τρόπον νὰ σᾶς στείλωμεν τὰ γράμματά μας ἀσφαλῶς, ἐν ᾧ ἐξωρίσθημεν ἐνταῦθα κατὰ θείαν παραχώρησιν. Ἂν ἐρωτᾶτε καὶ περὶ τοῦ Ταμείου μας, εἶναι δι’ ὅλου ἄπορον. Καὶ ἄλλο τι δὲν μένει πλέον εἰμὴ αἱ πρόσοδοι τοῦ ἐρχομένου ἔτους, ἀλλ’ εὔχομαι νὰ προφθάσῃ ὁ Κυβερνήτης διὰ νὰ μὴν χαθοῦν καὶ αὐταὶ εἰς μάτην κατὰ τὸ σύνηθες. Ξεύρετε καὶ τὸ ἄλλο; Ὁ κύριος στρατηγὸς Θ. Γρύβας, ὁ στρατηγὸς Ἰω. Στράτος, καὶ ὁ στρατηγὸς Κυριακούλης διὰ νὰ ἐπισφραγήσουν τὰ κακά των ἔστειλαν εἰς τὸ Λιγουριὸν τριακόσιους Ῥουμελιῶτες, καὶ ἐπῆραν ἀπὸ τοὺς ποιμένας Βαλτετζίου καὶ Καρυταίνης περίπου 8500 πρόβατα, ἅρματα, ροῦχα, χρήματα καὶ τοὺς ἐκατάστησαν ὡσάν τὸ δάκτυλό μ[ου γυμνούς]. Ἐφώναξα εἰς τὸ Βουλευτικόν μας ἀπελπισμένα. Πλὴν ἄλλο δὲν ἐκατόρθωσαν εἰμὴ νὰ τοὺς δοθῇ ἀπόδειξις διὰ ν’ ἀποζημιωθοῦν ἀπὸ τὰς προσόδους τῆς Πελοποννήσου, ὁ δὲ ἀρχιστρ(άτηγος) νὰ κρατήσῃ τὴν ἀντίτιμον ποσότητα ἀπὸ τοὺς μισθοὺς τῶν ἐξοχωτάτων στρατηγῶν. Καὶ τὶ ἄλλο νὰ κάμω; Ἰδοὺ καιρὸς νὰ ἐνεργήσῃ ὁ ἀρχιστρ(άτηγος) διὰ τῶν ναυάρχων τὰ εἰκότα, διὰ νὰ λυτρωθῇ τὸ Ναύπλιον καὶ νὰ μείνῃ εἰς τὸ Ἔθνος ἡ φρούριση... Λάβετε καὶ γράμμα παρὰ τοῦ κόμητος. Ἐν τοσούτῳ σᾶς προσκυνῶ μὲ τὸ προσῆκον σέβας.
Ἐν Αἰγίνῃ 19 8βρίου 1827
ὁ συμπολίτης σας
Ν. Σπηλιάδης
Τὸν ἀδελφὸν Κόκαλην γλυκασπάζομαι
[ἐπιγραφὴ διεύθυνσης:]
Πρὸς τὸν σεβαστὸν πατριώτην Θ. Κολοκοτρώνην Γ(ενικὸν) ἀρχηγὸν τῶν στρατευμάτων τῆς Πελοποννήσου
Εἰς τὸ στρατόπεδον
[ἀπὸ ἄλλο χέρι:]
Ν. Σπηλιάδης
Αἴγινα 19 8βρίου ἐγράφη
Καρίταινα » 25: ἐλήφθη
ἀπόκρισις » 9 εγραφη