Ἡ σημασία τῆς μελέτης τῶν γραπτῶν πηγῶν τῆς Ἱστορίας μας.

Ἡ μελέτη τῶν πρωτογενῶν πηγῶν τῆς Ἱστορίας, ὁποιασδήποτε μορφῆς καὶ ἂν εἶναι αὐτές, ἀποτελοῦν τὴ βάση γιὰ τὴ διαμόρφωση τῆς πραγματικῆς εἰκόνας τῶν γεγονότων. Ἀλλὰ καὶ αὐτὲς οἱ πηγὲς ὑπόκεινται σὲ κρίση καὶ σὲ ἔλεγχο μὲ τὶς μεθόδους ποὺ εἰσηγεῖται ἡ ἱστορικὴ ἐπιστήμη, μέσω συγκριτικῆς καὶ συνδυαστικῆς ἔρευνας καὶ ἐπαλήθευσης ἀπὸ ἄλλες ἔξωθεν πληροφορίες. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος γιὰ νὰ περιορίσουμε ὅσο τὸ δυνατὸν τὰ κενά, ἀνθρώπινα καὶ φυσικά, ποὺ ἀντιμετωπίζουμε στὴν ἐξέταση τῶν πηγῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποφύγουμε καὶ νὰ ἀπορρίψουμε αὐθαίρετες ἀπόψεις καὶ ἐκ τῶν προτέρων ἠθελημένες ἑρμηνεῖες.

Στὴν προκειμένη περίπτωση μιλοῦμε γιὰ ἕνα τμῆμα τῆς ἀλληλογραφίας τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ποὺ συνίσταται ἀπὸ 1143 ἔγγραφα. Τὰ ἔγγραφα αὐτὰ κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι ἐπιστολὲς ἰδιωτικὲς ἢ καὶ ὑπηρεσιακὲς τῆς Ἐπαναστατικῆς Διοίκησης τῆς Ἑλλάδας πρὸς τὸν μεγάλο ἀρχιστράτηγο τῆς Πελοποννήσου. Χρονολογικὰ ἀρχίζουν ἀπὸ τὶς ἀμέσως προεπαναστατικὲς κινήσεις στὴν Πελοπόννησο.

Πρῶτα τὸν Ὀκτώβρη τοῦ 1819, ὅταν παραλαμβάνει ἀντίγραφο τοῦ συνυποσχετικοῦ μεταξὺ τῶν τριῶν ἰσχυρῶν οἰκογενειῶν τῆς Μάνης Μαυρομιχάλη, Γρηγοράκη καὶ Τρουπάκη μὲ προτροπὴ τοῦ Φιλικοῦ Χριστόφορου Περραιβοῦ γιὰ ἀνάληψη πρωτοβουλίας ἐξέγερσης κατὰ τῶν Τούρκων.

Τὸ ἔγγραφο ἀρχίζει:

Διὰ τοῦ παρόντος ἡμῶν ἰδιοχειροϋπογεγραμμένου γράμματος ὑποσχόμεθα μεθ’ ὅρκου τῆς ἁγιωτάτης καὶ ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως καὶ μὲ τὴν δύναμιν τοῦ τρομεροῦ ὅρκου ὁποῦ αὐτοπροαιρέτως διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ Γένους μας ἐκάμαμεν, ὅτι νὰ φυλάξωμεν τὰς ἀκολούθους συνθήκας.

Εἶναι τὸ ὑπ’ ἀρ. 4 τῆς συλλογῆς.

Καὶ στὴ συνέχεια μὲ τὰ ἔγγραφα 5 καὶ 6 τὸν Ἰούνιο τοῦ 1820, τὰ ὀποῖα συνιστοῦν τὴν  ἐπιστολὴ ποὺ τοῦ ἀποστέλλει ὁ  Ἔφορος τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης ἀπὸ τὴν Πετρούπολη γιὰ νὰ τοῦ ἀναθέσει ἐκ μέρους τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας τὴν ὀργάνωση σὲ ἑνιαῖο σῶμα τῶν καπετανέων γιὰ τὴν ἐκτέλεση τοῦ ἱεροῦ σκοποῦ.

Τοῦ λέγει:

Εὐθὺς ὁποῦ λάβῃς τὸ παρόν μας, θέλεις φροντίσει νὰ προδιαθέσῃς καὶ νὰ συνδέσῃς μὲ  τὸν ἱερὸν δεσμὸν τῆς φιλικῆς ὁμονοίας τοὺς καπετανέους ὁποῦ γνωρίζεις, τοὺς ὁποίους θέλεις συμβουλεύσει νὰ ἑτοιμασθῶσιν ἐν ἡσυχίᾳ καὶ ὁμονοίᾳ, διὰ νὰ μὴν ἐννοήσουν παράκαιρα τὰ φρονήματά μας οἱ ἐχθροὶ τοῦ Σταυροῦ.

Ἀκολουθοῦν ἔπειτα δύο ἀκόμη ἔγγραφα. Τὸ ὑπ’αρ. 7 χρονολογημένο στὶς 29 Ἰανουαρίου 1821 ἀπὸ τὴ Βοστίτσα, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀντίγραφο ἐπιστολῆς τῶν προκρίτων καὶ τῶν ἀρχιερέων τῆς Πελοποννήσου, ποὺ μετεῖχαν στὴ Συνέλευση τῆς Βοστίτσας, πρὸς τοὺς πρόκριτους τῶν Σπετσῶν καὶ τῆς Ὕδρας, μὲ τὴν ὁποία τοὺς παρακαλοῦν νὰ ἐπικοινωνοῦν γιὰ τὴν ἀνταλλαγὴ τῶν σκέψεων  καὶ ἀποφάσεών τους σχετικὰ μὲ τὸ προετοιμαζόμενο κίνημα.

Καὶ τὸ ὑπ’ ἀρ. 8 ποὺ εἶναι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ὑψηλάντη ἀπὸ τὸ Κίσνοβο τῆς Μολδαβίας στὶς 29 Ἰανουαρίου 1821 πρὸς τὸν Κολοκοτρώνη, ὁ ὁποῖος  εἶχε φτάσει ἤδη στὴ Μάνη, μὲ τὴν ὁποία ἐπιστολὴ τοῦ παρέχονται ὁδηγίες γιὰ τὴν προετοιμασία τῆς Ἐπανάστασης. Μεταξὺ ἄλλων τοῦ λέει:

 Ὅθεν, πάσχισε ὁποῦ εἰς τὰς τωρινὰς φωνὰς τῆς Πατρίδος μας, ὅλα τὰ κινήματά σας νὰ μὴ ἀποβλέπωσιν εἰς ὄφελος οὔτε τοῦ ἑνὸς  μέρους τῶν τυράννων, οὔτε τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ μὲ τὰ ἔξοδα ἐκείνου νὰ ὠφελήσει τὸ κοινόν τῆς Ἑλλάδος.

Ἀκολουθεῖ μιὰ ἐπιστολὴ τῶν ἀδελφῶν Δεληγιάννη στὶς 20 Μαρτίου 1821 (ἀρ. 9) μὲ τὴν ὁποία καλοῦν τὸ Κολοκοτρώνη νὰ μεταβεῖ στὰ Λαγκάδια γιὰ νὰ συμβάλει μὲ τὴν παρουσία του δυναμικὰ στὴν Ἐπανάσταση.

Ἔτσι λοιπὸν φτάνουμε στὶς 23 Μαρτίου, ὁπότε μὲ τὸ ἔγγραφο ἀρ. 10 βλέπουμε τὸν Κολοκοτρώνη μαζὶ μὲ τὸν Γρηγόριο Δικαῖο Παπαφλέσα νὰ ἐκδίδει στὴ Σκάλα Μεσσηνίας, κατὰ τὴ μετάβασή του ἀπὸ τὴν Καλαμάτα στὴν Καρύταινα, τὴν προκήρυξή του γιὰ τὴν ἔναρξη τοῦ Ἱεροῦ Ἀγώνα. 

Ἀδελφοὶ κάτοικοι τῆς Ἀρκαδίας

Ἡ ὥρα ἔφθασε, τὸ στάδιον τῆς δόξης καὶ τῆς ἐλευθερίας ἠνοίχθη, τὰ  πάντα ἰδικά  μας καὶ ὁ Θεὸς  τοῦ παντὸς  μεθ’ ἡμῶν ἔσεται. Μὴ  πτοηθῆτε εἰς τὸ παραμικρόν. Σεῖς εἶσθε ἀτρόμητοι καὶ τῶν προγόνων μας ἀπόγονοι. Γενικῶς ὁπλισθῆτε μὲ   ἀνοικτὰ  μπαϊράκια καὶ τρέξατε ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν τῆς Πίστεως καὶ τῆς Πατρίδος.

Ἀκολουθεῖ στὴ συνέχεια πλῆθος ἐγγράφων ποὺ σχετίζονται μὲ τὸν Κολοκοτρώνη ὡς ἀποδέκτη ἐκ μέρους πολλῶν ἀρχηγῶν στρατιωτικῶν σωμάτων καὶ ἄλλα πολὺ λιγότερα καὶ ὡς ἀποστολέα μέχρι τὸν θάνατό του, ποὺ συμβαίνει στὶς 16 Φεβρουαρίου τοῦ 1843.

Ἡ συλλυπητήρια ἐπιστολὴ τοῦ ἱστορικοῦ τῆς Ἐπανάστασης Σπυρίδωνα Τρικούπη πρὸς τὸν  Γενναῖο Κολοκοτρώνη, γιὸ τοῦ Θεόδωρου, ἀπὸ τὸ Λονδίνο στὶς 6/18 Μαρτίου 1843 κλείνει τὴν σειρὰ τῶν χρονολογημένων ἐπιστολῶν στὸ πρόσωπό του. Ὕστερα ἀπὸ τὴν προσφώνηση καὶ τὸν χαιρετισμό, ὁ Τρικούπης προσθέτει:

 Ἡ Ἱστορία θὰ τὸν κατατάξη εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν πρώτων ἀνεγερτῶν τῆς πεσούσης Πατρίδος. Ἂν δὲν εὐρέθην παρών ἐπὶ τῆς κηδείας του διὰ νὰ τὸν ἀποχαιρετήσω μὲ τούς ἀσθενεῖς ἀλλ’ εἰλικρινεῖς ἐπικηδείους μου λόγους, ὁ ἄτεχνος ὅμως ἱστορικὸς κάλαμὸς μου παραπέμπει εἰς τάς ἐπερχομένας γενεάς τάς λαμπρὰς ὑπὲρ τῆς πατρίδος πράξεις του.

Καὶ ἐγὼ καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς ἐκδοτικῆς ὁμάδας εἴχαμε τὴν εὐκαιρία, ἀλλὰ καὶ τὸ προνόμιο νὰ διεξέλθουμε ἕνα πρὸς ἕνα τὰ χαρτιὰ τοῦ ἀρχείου ποὺ παρουσιάζεται ἐδῶ καὶ νὰ παρακολουθήσουμε σὰν ἕνα εἰκονογραφημένο ἱστόρημα συμβάντα καὶ γεγονότα ποὺ διαδραματίστηκαν κυρίως στὴν Πελοπόννησο μὲ πρωταγωνιστὲς καπεταναίους, ὁπλαρχηγούς, πολιτικούς, ἀγωνιστὲς καὶ στρατιῶτες, ἁπλοὺς κατοίκους χωριῶν ἄνδρες καὶ γυναῖκες. Νὰ παρακολουθήσουμε τὶς ἡρωϊκές τους πράξεις, ἀλλὰ καὶ τοὺς φόβους καὶ τὶς ἀγωνίες τους, τὸν ἐνθουσιασμό τους στὸ ἄκουσμα τῶν νικῶν καὶ τὴν ἀπελπισία τους σὲ σκοτεινὲς καὶ θλιβερὲς στιγμὲς θανάτων καὶ κατατρεγμοῦ, ἀλλὰ καὶ πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν.

Ἐπισημαίνω ἐδῶ γιὰ παράδειγμα τὰ ἔγγραφα 807 καὶ 866 ποὺ περιγράφουν μάχες κατὰ τὴν πολιορκία τῆς Ἀθήνας. Τὸ ἕνα ἔχει χρονολογία 23 Ἰανουαρίου 1827 καὶ εἶναι μιὰ ἀναφορὰ τῶν Βάσου Μαυροβουνιώτη, Διονύσιο Βούρβαχη καὶ Παναγιώτη Νοταρᾶ πρὸς τὴν Κεντρικὴ Διοίκηση καὶ τὸ ἄλλο τοῦ Γενναίου Κολοκοτρώνη πρὸς τὸν πατέρα του τὴν πρώτη Ἀπριλίου τοῦ ἴδιου ἔτους ἀπὸ τὸ στρατόπεδο τῆς Ἀττικῆς.

Ἀναφέρθηκε προηγουμένως ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγγράφων, 1143. Εἶναι ἔγγραφα στὴν πλειονότητά τους συνταγμένα μὲ συγκεκριμένο τυπικὸ καὶ γραφειοκρατικὸ σύστημα ἀπὸ ἔμπειρους γραμματεῖς ποὺ ὑπηρετοῦσαν εἴτε στὴν Κεντρικὴ Διοίκηση, εἴτε στὶς κατὰ τόπους δημογεροντίες, εἴτε καὶ σὲ μεμονωμένους ὁπλαρχηγούς.

Ἡ γνώση τῆς παλαιογραφίας καὶ ἡ ἐμπειρία στὴν εἰδικότητα αὐτὴ εἶναι ἄκρως ἀπαραίτητη γιὰ τὴν προσέγγιση καὶ περαιτέρω διαχείριση καὶ ἐπεξεργασία παρόμοιου ἀρχειακοῦ ὑλικοῦ.  Ἐπισημαίνω ὅτι ἡ συγκεκριμένη συλλογὴ ἐγγράφων ἀποτελεῖ ἕνα πλουσιώτατο πανόραμα τῆς χρήσης τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς καὶ γλώσσας, ἀλλὰ καὶ τῆς κυκλοφορίας τοῦ χαρτιοῦ κατὰ τὴν ἐπαναστατικὴ περίοδο.  

Ἀπὸ τὴν παλαιογραφικὴ λοιπὸν πλευρὰ ἐξετάζοντας τὰ ἔγγραφα αὐτὰ παρατηροῦμε τύπους γραφικῶν χαρακτήρων ποὺ ἀκολουθοῦν ἕνα γραφολογικὸ σύστημα καὶ κανόνα μὲ κοινὰ γραμμικὰ συμπλέγματα συλλαβῶν καὶ συντομογραφίες ποὺ ἔχουν τὴ σχεδιαστική τους βάση καὶ ἀφετηρία στοὺς τύπους τῶν γραφῶν τῶν χειρόγραφων βιβλίων ποὺ χρησιμοποιοῦνταν στὶς μεγάλες ἀλλὰ καὶ στὶς μικρότερες σχολὲς ἑλληνικῶν γραμμάτων, μὲ τοπικὲς βέβαια παραλλαγές, ποὺ γεωγραφικὰ συναντῶνται ἀπὸ τὶς ἀκαδημίες τῆς Μολδοβλαχίας, τὴ Μεγάλη Πατριαρχικὴ Σχολὴ καὶ τὶς ἄλλες μεγάλες τῶν Ἰωαννίνων, τῆς Σμύρνης, τῆς Τραπεζούντας, τῆς Ἀθήνας, τῶν Ἀγράφων, τῆς Δημητσάνας, τῶν Ἰονίων νήσων καὶ τοῦ Αἰγαίου ὣς καὶ τὰ Δωδεκάνησα, τὴν Κύπρο καὶ τὴν Ἀλεξάνδρεια.

Εἶναι οἱ γραφὲς ἐκεῖνες ποὺ μαζὶ μὲ τὴ γλώσσα συναντοῦμε ἐξελιγμένες ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ ἐποχὴ ἤδη στὸν 17ον αἰώνα στὰ γνωστὰ Μαθηματάρια μὲ τὰ φιλολογικὰ καὶ φιλοσοφικὰ κείμενα τῆς ἀρχαίας κλασικῆς καὶ χριστιανικῆς γραμματείας, μὲ τοὺς ρητορικοὺς λόγους τοῦ Δημοσθένη καὶ τοῦ Λυσία, τὰ ἱστορικὰ βιβλία τοῦ Θουκυδίδη, τοὺς βίους τοῦ Πλουτάρχου, τὶς ραψωδίες τοῦ Ὁμήρου καὶ τὰ «Ἔργα καὶ Ἡμέρες» τοῦ Ἡσιόδου,  τὶς τραγωδίες τοῦ Εὐριπίδη καὶ τοὺς ὕμνους τοῦ Πινδάρου, τοὺς διαλόγους τοῦ Λουκιανοῦ καὶ τὰ φιλοσοφικὰ ἔργα τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ τῶν σχολιαστῶν του, ἢ ἀκόμη καὶ τῶν κατηχητικῶν λόγων παλαιῶν καὶ νεωτέρων θεολογικῶν συγγραφέων, ὅπως τοῦ Μελέτιου Πηγᾶ, τοῦ Γεωργίου Κορεσσίου, τοῦ Γεράσιμου Βλάχου καὶ τοῦ Βικέντιου Δαμωδοῦ.

Ὅλοι αὐτοὶ οἱ γραμματεῖς ποὺ ὑπηρέτησαν στὴν Ἐπανάσταση γνώριζαν πολὺ καλὰ καὶ τὴ σύνταξη καὶ τὸ ὕφος καὶ τὴν ὀρθογραφία τοῦ ἀνόθευτου ἑλληνικοῦ λόγου ἀπὸ λογιοτατίστικες ἐπιτηδεύσεις καὶ ρητορικὲς ὑπερβολές.

Διορισμός του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ως αρχιστράτηγου στην εκστρατεία στη Δυτική Ελλάδα μαζί με αναλυτικές οδηγίες.

Είκ. 1

Δεῖγμα ἐπίσημης γραφῆς ἀπὸ τὴ Γραμματεία τῆς Πελοποννησιακῆς Γερουσίας. Τὸ ἔγγραφο ἀπευθύνεται στὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Ἀρχειακὸς Τόπος Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ἀρ. τεκμ. 0071, χρονολογία 20 Ἰανουαρίου 1822.

Είκ. 2

Δεῖγμα γραφῆς ἀπὸ διδασκαλικὸ χειρόγραφο μὲ ἑρμηνεῖες λόγων τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστόμου. Βιβλιοθήκη Δημητσάνας, ἀρ. 84, τέλη 18ου μὲ ἀρχὲς 19ου αἰώνα.

Είκ. 3

Δεῖγμα γραφῆς ἀπὸ χειρόγραφο Μαθηματάριο μὲ διάστιχη ἑρμηνεία λόγων τοῦ Ἰσοκράτη. Βιβλιοθήκη Δημητσάνας, ἀρ. 84, τέλη 18ου μὲ ἀρχὲς 19ου αἰώνα.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἔχουμε πλῆθος ἄλλων αὐτογράφων ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ εἶχαν ἄμεση σχέση μὲ τὶς διοικήσεις τῶν αὐτοδιοικούμενων κοινοτήτων τόσο στὴ νησιωτικὴ χώρα ὅσο καὶ στὴν ἠπειρωτική. Ἄνθρωποι ποὺ γνώριζαν μέσω τῶν νοταριακῶν καταστίχων καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων νὰ γράφουν μὲ ἐντελῶς προσωπικὸ ἢ καὶ μιμητικὸ χαρακτήρα ὄχι μόνο τὴν ἀλφαβήτα, ὄχι μόνο τὸ ὄνομά τους (τὸ βλέπουμε αὐτὸ ἀπὸ τὶς δεκάδες τῶν αὐτόγραφων ὑπογραφῶν σὲ πολλὰ ἔγγραφα - ὅπου σπανιώτατα συναντοῦμε τὴν ἔκφραση νὰ ὑπογράφει κάποιος ἄλλος ἀντὶ ἄλλου μὴ γνωρίζοντος γράμματα) ἀλλὰ καὶ ἐκτενὴ σημειώματα καὶ ὁλόκληρες ἐπιστολές.

Ναί, οὔτε ὁ Κολοκοτρώνης, οὔτε ὁ Καραϊσκάκης, οὔτε ὁ Γρίβας οὔτε καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἦταν γραμματικοί. Ἦταν ὅμως περήφανοι ποὺ ἔγραφαν τὸ ὄνομά τους οἱ ἴδιοι. Γνωρίζετε τὶ ἔλεγε ὁ Μακρυγιάννης γιὰ τὰ ἀπελέκητα γράμματά του ποὺ μᾶς ἔδωσε αὐτόγραφα τὰ ἀπομνημονεύματά του.

Μπορεῖτε νὰ δεῖτε τὴν ὑπογραφὴ τοῦ Κολοκοτρώνη στὴν πρόσκλησή σας. Ἕνας σχολαστικὸς φιλόλογος θὰ τὴν ὀνόμαζε κακογραφία, ἢ κάποιος ἄλλος αὐστηρὸς καὶ στενοκέφαλος δάσκαλος βλέποντας παρόμοιες προσωπικὲς γραφὲς καὶ ὑπογραφὲς σὲ ἐπιστολὲς καὶ σημειώματα θὰ ἐκφραζόταν μὲ ἀποστροφὴ καὶ περιφρόνηση. Καὶ ὅμως γιὰ μένα καὶ ἄλλους συναδέλφους μου ἡ εἰκόνα αὐτὴ τῶν γραμμάτων εἶναι μιὰ εἰκόνα ἄρνησης καὶ ἀπόρριψης τῆς ἀμάθειας, ἀπέναντι στὴν ἀξία τῆς μόρφωσης καὶ τῆς γνώσης τῶν γραμμάτων μὲ ἀκατάβλητη θέληση καὶ πεῖσμα. Οἱ ἀγωνιστὲς δὲν πῆγαν σὲ ἀκαδημίες καὶ σχολεῖα, ἔγραφαν τὴ δική τους ἑλληνικὴ ἱστορία μὲ τὸ σπαθὶ καὶ τὸ ντουφέκι τους.

Ἡ δική μου συμμετοχὴ στὸ ἐγχείρημα τῆς ἔκδοσης ποὺ ἐδῶ παρουσιάζεται συνίσταται στὸν ἔλεγχο καὶ τὴν παραβολὴ τῶν μεταγραφῶν ἀπὸ τὰ πρωτότυπα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἤδη εἶχα διατρέξει πρὶν ἀρχίσει ἡ ἐπιχείρηση αὐτή. Καὶ ὄχι μόνο αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ καὶ ἀρκετὲς ἑκατοντάδες ἀκόμη ἀπὸ ἱστορικὰ ἀρχεῖα στὴν Ἑλλαδα καὶ ἐκτὸς αὐτῆς μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὰ ἀντίστοιχα ἔγγραφα τῆς σειρᾶς τῶν Ἀρχείων τῆς Παλιγγενεσίας τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, εἰδικὰ ἀπὸ τὸν 15ο τόμο μέχρι καὶ τὸν 25ο, τὴν ἔκδοση τῶν ὁποίων ἀνέλαβα ἀπὸ τὸ 1994 μέχρι και τὸ 2012, ποὺ καλύπτουν τὴ χρονικὴ περίοδο ἀπὸ τὸ 1822 ἕως καὶ τὸν θάνατο τοῦ Καποδίστρια καὶ τὴν ἔλευση τοῦ Ὄθωνα.

Θὰ κλείσω τὴν παρουσιασή μου μὲ λίγα λόγια ἀκόμη καὶ σᾶς παρακαλῶ συγχωρήστε μου τὴν προσωπικὴ ἀναφορά.

Ἀγγίζοντας, ξεφυλλίζοντας, περνώντας τὸ χέρι μου πάνω ἀπὸ τὰ γράμματα καὶ τὶς ὑπογραφὲς τῶν ἀγωνιστῶν στὰ ἔγγραφά τους αἰσθανόμουνα ἕνα δέος ἀπέναντι στὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀγώνα τους. Περνοῦσαν σὰν κινηματογραφικὴ ταινία οἱ σκηνὲς τῶν μαχῶν, οἱ συζητήσεις στὸ Βουλευτικὸ καὶ στὸ Ἐκτελεστικὸ Σῶμα, οἱ ὁμιλίες στὶς συνελέυσεις μὲ τοὺς πύρινους πατριωτικοὺς λόγους, τὰ δάκρυα τῶν πληγωμένων, τῶν χηρῶν καὶ τῶν πεινασμένων, ἡ ἀγανάκτηση ἀπέναντι στὶς καταχρήσεις, τὰ πείσματα καὶ τὰ πάθη.

Πολὺ συχνὰ ὅταν περνοῦσα ἀπὸ τὸ ἄγαλμα τοῦ Κολοκοτρώνη ἐξω ἀπὸ τὴν Παλιὰ Βουλὴ, δὲν πέρναγα ἀδιάφορα, γύριζα ψηλὰ τὸ βλέμα μου καὶ ἀτένιζα τὴ μορφὴ τοῦ Γέρου τοῦ Μοριᾶ καὶ κάποια στιγμὴ εἶπα:

Ἐσὺ πολέμησες καὶ σὲ πολεμήσανε γιὰ λευτερωθεῖ ἡ Ἑλλάδα, ἡ πατρίδα μας γιὰ νὰ περνῶ ἐδῶ μπροστά σου ἐλέυθερος. Τὶ ἄραγε μπορῶ νὰ κάνω ἐγὼ για σένα καὶ ὅλους τοὺς συανγωνιστές σου;

Μετὰ ἀπὸ κάποιες μέρες ἡ κυρία Ντίνα Αἰλιανοῦ τὸ 1991-92, διευθύντρια τότε τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, μὲ τὴν συνεργάτιδά της κυρία Κάτια Φλεριανοῦ μοῦ ζήτησαν νὰ κάνω ἕνα σεμινάριο παλαιογραφίας στοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βιβλιοθήκης. Ἀμέσως δέχτηκα χωρὶς ἄλλη σκέψη. Ὀργανώθηκε τὸ σεμινάριο γιὰ δύο χρόνια. Δύο κυρίες, ἡ κ. Μαρία Μαστραπά καὶ ἡ κ. Λένα Κορομηλά, προσφέρθηκαν φιλότιμα νὰ συνεχίσουν καὶ τότε προέκυψε ἡ ἰδέα τῆς συνέχισης τῆς ἔκδοσης τῶν Ἀρχείων, ποὺ εἶχε διακοπεῖ ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς μεταπολίτευσης.  Κάτι ἀνάλογο συνέβη καὶ μὲ τὸ Ἀρχεῖο αὐτό. Εὐχαριστίες ὀφείλω στὸν κύριο Μάνο Δημητρακόπουλο τὸν διευθντὴ τοῦ ΚΙΚΠΕ, ποὺ μὲ κάλεσε νὰ τὸν ἐνημερώσω γιὰ τὴ διαχείριση αὐτοῦ τοῦ ἀρχείου καὶ βέβαια  γιὰ τὴν ἀγαστὴ συνεργασία μὲ τὰ ἄλλα μέλη τῆς ὁμάδας. Θεωρῶ ὅτι ἡ ἔκδοση αὐτὴ ἐκ μέρους τοῦ Ἱδρύματος Σατσινοπούλου δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἐκπλήρωση ἑνὸς ἠθικοῦ χρέους ἀπέναντι στὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη καὶ στοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ ’21, ὅπως πιστεύω ὁ καθένας μὲ τὸν τρόπο του πρέπει νὰ ἐκπληρώνει.

Τὸ Ἀρχεῖο ἔρχεται στὰ χέρια σας καὶ μπροστὰ στὰ μάτια σας. Ἀρχίστε νὰ διαβάζετε τὰ κείμενα καὶ μὴ περιορίζεστε μόνο στὴν ἀνίχνευση ἀποσπασματικῶν  πληροφοριῶν. Τὰ ἴδια τὰ κείμενα, ὁ ἴδιος ὁ λόγος, ποὺ μπορεῖ μέσα ἀπὸ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ νὰ ἀκούγεται στὴν ψυχή σας ἔχει τὴ δύναμη νὰ σᾶς κάνει ταυτόχρονα περήφανους καὶ ταπεινοὺς ἀπέναντι στὸ μεγαλεῖο τῆς Ἐπανάστασης. Εὔχομαι αὐτὸς ὁ Ἀρχειακὸς τόπος νὰ ἐμπλουτιστεῖ μὲ περισσότερα ἔγραφα καὶ μὲ σύγχρονα μέσα, ὥστε κατὰ τὴν προτροπὴ τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη τοὺς νέους ἀπὸ τὸν λόγο του πρὸς ἀπὸ τὴν Πνύκα στὶς 13 Νοεμβρίου τοῦ 1838 νὰ ἀποδώσει τοὺς καρποὺς ποὺ ποθοῦσε.

Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπον ὅπου ἡμεῖς ἐλευθερώσαμεν.

ΕΓΓΡΑΦΑ

Ἀρ. 807

Βάσσος Μαυροβουνιώτης πρὸς Κεντρικὴ Διοἰκηση.

23 Ἰαννουαρίου 1827, Στρατόπεδον Χασιᾶς

Πρὸς τὴν Σεβ(αστὴν) Διοίκησιν

Ἀναφερόμεθα κατὰ χρέος ὅτι προχθὲς εἰς τὰς δύω ὥρας τῆς νυκτός ἐκινήθημεν ἀπὸ τὴν Ἐλευσῖνα καὶ εἰς τὰς ἕξ ἐφθάσαμεν ἐδὼ εἰς Χασ͜ιάν, κατὰ τὰ χαράγματα ἐκινήθημεν ἐντεῦθεν οἱ περισσότεροι τοῦ στρατοπέδου, καὶ ὄχι ὅλοι ἐναντίον τοῦ Μενιδίου, ἐπὶ σκοπῷ πρῶτον νὰ ἀπατήσωμεν τοὺς ἐχθροὺς τοὺς εὑρισκομένους εἰς Μενίδι νὰ ἐξέλθουν εἰς τὸν κάμπον διὰ νὰ πολεμήσωμεν καὶ νὰ τοὺς χαλάσωμεν, καὶ δεύτερον νὰ μᾶς ἰδοῦν καὶ ἀπὸ τὸ φρούριον πρὸς παρηγορίαν των. Χθὲς λοιπὸν εἰς τὴν μίαν ὥραν τῆς ἡμέρας ἐστείλαμεν τινὰς πλησίον εἰς τὸ Μενίδι, καὶ οἱ λοιποὶ ἐμείναμεν κρυμένοι ὁλίγον μακρὰν τοῦ Μενιδίου. Οἱ ἐν Μενιδίῳ ἐχθροὶ ἰδόντες τοὺς ἀποσταλμένους μας ὀλίγους Ἕλληνας ἐξῆλθον πάραυτα πεζοὶ καὶ ἰππεῖς καὶ ἄρχισαν νὰ τοὺς διώκουν, ὥστε τοὺς ἔφεραν ὀλίγον μακρὰν ἀπὸ τὸ Μενίδι διωκομένους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔφευγαν, εἰ μὴ προσποιούμενοι. Τότε λοιπὸν ὥρμήσαμεν καὶ οἱ λοιποὶ ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν συνεκροτήσαμεν τὸν πόλεμον εἰς τὸν κάμπον, οἱ ἐχθροὶ μὴ δυνηθέντες ν’ ἀντισταθῶσι πάραυτα ἐτράπησαν εἰς φυγὴν καὶ ἐκλείσθησαν εἰς Μενίδι. Οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὸν πολύν ἐνθουσιασμόν, καὶ διότι ἔχουν χαρὰν πάντοτε τὸν πόλεμον ᾥρμησαν μέσα εἰς τὸ Μενίδι, καὶ ἐκυρίευσαν ἀρκετὰ ὁσπήτια. Εἰς τοῦτον τὸν πόλεμον ἐπειδὴ ὀλίγον ἀντεστάθησαν οἱ ἐχθροὶ εἰς | τὸν κάμπον, δὲν ἔγεινε καὶ πολλὴ ζημία εἰς τοὺς ἐχθρούς, δύω μόνον ἐβαστάξαμεν εἰς τὸν τόπον, τῶν ὁποίων ἐπήραμεν καὶ τὰ κεφάλια. Ὅσοι δὲν ἐλαβώθησαν εἰς τὸν κάμπον καὶ μέσα εἰς τὰ ὁσπήτια ἀγνοοῦμεν. Εἰς τὸν κάμπον ἐσκοτώθησαν καὶ δύω ἄλογα ἐχθρικά, τὰ ὁποῖα καὶ ἔγδαραν οἱ Ἕλληνες διὰ τζαρούχια. Μετ’ ὀλίγον ἔφθασε καὶ ὁ Κιουταχῆς εἰς βοήθειαν τῶν ἐχθρῶν μὲ διακοσίους ἱππεῖς, ὁ ὁποῖος μὴ δυνηθεὶς καὶ αὐτὸς ν’ ἀντισταθῇ εἰς τὴν γενναιότητα τῶν Ἑλλήνων ἐπέστρεψεν ἄπρακτος. Τότε λοιπὸν ἀφ’ οὗ ἡ νίκη ἔμεινε εἰς τοὺς Ἕλληνας ἐτραβίχθημεν ὀπίσω εἰς τὸ στρατόπεδον.

Ἡ χθεσινὴ γενναιότης τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἀξιοθαύμαστος, διότι ἀφ’ οὗ ἐδίωξαν τοὺς ἐχθροὺς ἀπὸ τὸν κάμπον εὔγαλαν καὶ πολλοὺς ἀπὸ τὰ ὀσπήτια καὶ ἂν ἦτον ὁ σκοπὸς μας χθὲς νὰ κινηθῶμεν ὅλοι καὶ νὰ κυριεύσωμεν τὸ Μενίδι τὸ ἐκυριεύαμεν ἄφευκτα. Μ’ ὅλην των αὐτὴν τὴν τόλμην οἱ Ἕλληνες δὲν ἐλαβώθησαν κατ’ εὐχὴν τῆς Διοικήσεως, παρὰ δύω μόνον, ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, καὶ ὁ ἄλλος ἀπὸ τοὺς ἰδίους Ἕλληνας, καὶ σκοτωμένος κᾀνένας. Τώρα δὲν περιμένομεν παρὰ νὰ κινηθοῦν καὶ οἱ ἄλλοι ἀπὸ τὸν Δράκον, καὶ ἀκολούθως νὰ κινηθῶμεν καὶ ἡμεῖς πανστρατιᾶ, καὶ ἐλπίζομεν μὲ τὴν εὐχὴν τῆς Διοικήσεως, καὶ τὸν ἐχθρὸν νὰ βλάψωμεν καὶ τὴν πολυορκίαν τῶν Ἀθηνῶν νὰ διαλύσωμεν. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως ἡ Σεβ(αστὴ) Διοίκησις νὰ μᾶς προφθάσῃ μὲ πολεμεφόδια. Ἐπειδὴ ἀπὸ δύω τεστέδες | ὁποῦ ἐμοιράσαμεν εἰς τοὺς Ἕλληνας, ἄλλο δὲν ἔχομεν τίποτε.

Εἶναι ἀνάγκη προσέτι νὰ μᾶς προφθάσῃ καὶ μὲ στορνάρια, διότι οἱ Ἕλληνες μὴ λαμβάνοντες μισθόν· μήτε σιτηρέσια φωνάζουν καὶ ζητοῦν τουλάχιστον στουρνάρια. Ταύτην τὴν στιγμὴν πληροφορούμεθα, ὅτι ὁ Ὁμέρ πασσὰς τῆς Καρύστου, ἐπέστρεψεν ὀπίσω εἰς Κάρυστον, καὶ εἶναι πιθανώτατον, ὅτι θὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν τοῦ Κιουταχῆ, λοιπὸν εἶναι ἀνάγκη κατεπείγουσα νὰ σταλθοῦν ἀρκετὰ καράβια εἰς τὸν κόλπον τῆς Εὑρίπου νὰ ἐμποδίσουν τὴν διάβασίν του. Ταῦτα ἀναφέρομεν κατὰ χρέος καὶ μένομεν μὲ τὸ ἀνῆκον σέβας.

τῇ 23 Ἰαννουαρίου 1827

Στρατόπεδον Χασιᾶς

Οἱ πατριῶται

Βάσσος Μαυροβουνιώτης

Δ. Μπούρμπαχης

Π. Νοταρᾶς

Αναφορά του Βάσου Μαυροβουνιώτη και άλλων προς τη Διοίκηση σχετικά με το στρατόπεδο της Χασιάς και τη μάχη στο Μενίδι
Αναφορά του Βάσου Μαυροβουνιώτη και άλλων προς τη Διοίκηση σχετικά με το στρατόπεδο της Χασιάς και τη μάχη στο Μενίδι

Είκ. 4 και 5

Ἀναφορὰ πρὸς τὴν Κεντρικὴ Διοίκηση τοῦ Βάσσου Μαυροβουνιώτη καὶ ἄλλων πλαρχηγῶν σχετικὰ μὲ τὸ στρατόπεδο τῆς Χασιᾶς κοντὰ στὴν Ἀθήνα. Ἀρχειακὸς Τόπος Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ἀρ. τεκμ. 0807, χρονολογία 23 Ἰανουαρίου 1827, σελ. 1 καὶ 4.

Ἀρ. τεκμ. 0866

Ἐπιστολὴ Ἰωάννη Κολοκοτρώνη πρὸς τὸν Πατέρα του Θεόδωρο, 1 Ἀπριλίου 1827, Στρατόπεδο Ἀττικῆς.

Σεβαστέ μου πάτερ!

Τὰ μὲ τοὺς Καστρίτας καὶ ἰατροχειροῦργον γράμματά σου ἔλαβον καὶ ἴδον τὰ ἐν αὐτοῖς. Ἐλπίζω νὰ ἔλαβες δύο γράμματά μου τὰ ὁποῖα ἐρχόμενος ἐδὼ σ’ ἔγραφα, καὶ ἐπληροφορήθης· σοῦ ἔγραφα καὶ τὰς πράξεις μας ἕως τότε· ἤδη δὲ σὲ ἰδοποιῶ, ὅτι προχθὲς τὴν Κυριακὴν τὸ πρωΐ ἐκαβαλικεύσαμεν ὅλοι ὅσοι εἴχομεν ἄλογα μετὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ ἱππικοῦ μας, μὲ σκοπὸν νὰ ὑπάγωμεν ἕως τὰς Ἀθήνας ἀπέξω. Ἐστείλαμε μερικοὺς πεζοὺς διὰ νὰ π͜ιάσουν ἕνα στένομα ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀπεράσωμεν καὶ νὰ τὸ βαστίξουν ἕως νὰ ἐπιστρέψωμεν ἡμεῖς. Ἀπεράσαμεν, καὶ εὕρομεν τοὺς ἐχθροὺς ἱππεῖς τε καὶ πεζοὺς ἑτοίμους. Ὥρμησαν μία ἱκανὴ δύναμις ἐχθρικὴ εἰς τοὺς ἐν τῷ στενόματι ὑμετέρους, καὶ μὴν ἠμποροῦντες ν’ ἀνθέξωσι, ἐτράπησαν καὶ κατέλαβαν οἱ ἐχθροὶ τὴν θέσιν ἐκείνην. Ἡμεῖς ἀφ’ οὗ ἴδομεν τοὺς ἐδικούς μας φεύγοντας, ἐβιάσθημεν νὰ προκαταλάβωμεν τὴν θέσιν, ἀλλ’ ἀπετύχαμεν, καὶ οὕτως ἐμείναμεν ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἐχθρῶν σφαλισμένοι. Ἀπεφασίσαμεν νὰ περάσωμεν μὲ γιουροῦσι, καὶ τὸ ἐκάμαμεν εὐτυχῶς, μόνον δύο ἐδικοί μας ἐφονεύθησαν ἀπὸ τὸ ἱππικόν, καὶ μερικὰ ἄλογα ἐπληγώθησαν. Ἐν’ ᾧ ἀπεράσαμεν οὕτως, ἐδόσαμεν τὸ στῆθος τῶν ἐχθρῶν, καὶ βοηθούμενοι ἀπὸ μερικοὺς πεζοὺς τοὺς ἐμποδίσαμεν τὴν ὁρμήν. Ἐδ[υ]ναμώθημεν καὶ μ’ ἄλλους πεζοὺς Πελοποννησίους, καὶ ἀκολούθει ὁ πόλ[ε]μος μὲ ἰσοῤῥοπίαν καὶ ἀπὸ τὰ δύο μέρη. Ἔκαμαν τρεῖς ἀφορμήσεις οἱ ἐχθροὶ κατεπάνω μας ὁμοῦ καὶ ὁ ἴδιος Κ͜ιουταχή, ἀλλ’ ἀντεκρούσθησαν πρεπόντος. Διήρκεσεν ἡ μάχη ἀπὸ τὸ πρωΐ ἕως τὰς 8 ὥρας τῆς ἡμέρας. Οἱ ἐχθροί, μονολότι ἀρκετοί, ἐβιάσθησαν νὰ ἐνδώσουν ἀφ’ οὗ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ κάμουν τίποτε. Οἱ ἐδικοί μας πεζοὶ ἦσαν μόνον ἕως 400, ἀπὸ τοὺς ὁποίους πολλὰ ὀλίγοι ἦσαν Στερεοελλαδῖται, οἱ δὲ λοιποὶ ὅλοι Πελοποννήσιοι. Ἐφονεύθη[σαν] εἰς αὐτὴν τὴν μάχην 8-10 ἄλογα, καὶ 15 ἐπληγώθησαν, δύο [ἐκ] τῶν φονευθέντων καὶ ἄλλα δύο ἐκ τῶν πληγωθέντων ἦσαν ἐδικά [μου]. Στρατιῶται δύο τρεῖς ἐφονεύθησαν, καὶ ὀκτὼ ἐπληγώθησαν. Ἐχθροὶ ἐπληροφορήθημεν, έφονεύθησαν ὑπέρ τοὺς 150 καὶ πολλὰ ἄλογα σκοτωμένα καὶ λαβωμένα. Τὸ κακὸν ὅμως εἶναι ὅτι | οἱ Πελοποννήσιοι μὲ τοὺς Ῥουμελιότας ἔπεσαν εἰς ἅμιλλαν, καὶ αὕτη ἐπροξένησεν τὸν θάνατον τῶν μακαρίτων κ. Γιάννη Καστρίτη καὶ Μιλιόνη Στεμιτζιότη, οἵτινες ἐφονεύθησαν προχθὲς [τό] βράδυ πεσόντες εἰς ἕνα ἐχθρικὸν ταμποῦρι, καθώς ἠκολούθησεν καὶ ὁ προηγούμενος πόλεμος τῆς νυκτός εἰς τὸ ἴδιον ταμποῦ[ρι] εἰς τὸ ὁποῖον ἐφονεύθη ὁ μακαρίτης Νικόλτζος, ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ ἀντιστρατήγου Π. Νοταρᾶ καὶ ὁ τρομπετιέρης του, καὶ ἄλλοι τρεῖς τέσσαροι ἐπληγώθησαν. Εἰς τὴν προχθεσινὴν ἐπίθεσιν τῶν ἡμετέρων, χωριστὰ ἀπὸ τοὺς δύο φονευμένους, ἐπληγώθησαν καὶ δύο ἄλλοι ἐλαφρά· ἐφονεύθησαν ἐκ τῶν ἐχθρῶν 12, καὶ πολλοὶ πληγωμένοι. Οἱ ἐκ τοῦ φρουρίου ἐδικοί μας, ἐμάθομεν, ὅτι εὐγῆκαν εἰς τὴν χώραν καὶ τὴν ἐξουσίασαν ἕως τὸ Σ͜ιαντριβάνι, καὶ ἐγίνετο πόλεμος τρεῖς ἡμέρας, πλὴν δὲν ἠξεύρομεν τὶ ἀπέγινεν. Χθὲς τὸ ἐσπέρας ἐστείλαμεν δύο ἀνθρώπους μέσα νὰ μάθωμεν, καὶ ἅμα ἔλθουν θέλει σᾶς γράψω τὴν κατάστασιν τῶν μέσα, Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐδικούς μου πληγωμένος, εἶναι καὶ ὁ Μπαλίλης, πλὴν ἀβλαβῶς εἰς τὸ χέρι. Καθημερινῶς ἀκροβολίζονται οἱ Ἕλληνες μετὰ τῶν ἐχθρῶν, καὶ σκοτώνουν πότε τρεῖς, πότε δύο, δὲν εἶναι ὅμως ἀκροβολισμός εἰς τὸν ὁποῖον νὰ μὴ σκοτώνονται Τοῦρκοι. Ὁ μακαρίτης κ. Γιάννης Μίτζος ἠξεύρεις ὅτι ἐστάθη ἀπὸ τὴν ἀρχὴν έδικός μας, καὶ έδούλευσεν ἀρκετὰ μαζύ μας, διὰ τοῦτο ἔρχεται ὁ ἀδελφός του αὐτοῦ, καὶ ὁ γυναικάδελφός του, καὶ φρόντισον νὰ γίνῃ καμμία οἰκονομία διὰ τὴν πτωχὴν φαμηλίαν του, διότι εἶναι ἐντροπὴ ἐδική μας, ἂν μείνῃ ἀνοικονόμητος ἡ φαμηλία αὐτὴ ὥσαν ὁποῦ αὑτός ἦτον ἐδικός μας. Οἱ ἄνθρωποί μου μὲ τὴν ἐξοικονόμησιν, δὲν ἐφάνησαν ἀκόμη καὶ εὑρίσκομαι εἰς μεγάλην ἀδημονίαν. Εἶμαι δανεισμένος πατέρα, ἀπὸ τοὺς συντρόφους μου τόσα γρόσια, καὶ χωριστὰ ὁποῦ μὲ στεναχωροῦν οἱ σύντροφοί μου οἱ μισθωτοί, ἔχω καὶ τόσα ἔξοδα ἐδὼ τὴν ἡμέραν· δὲν ἔχω νὰ ἐξοικονομήσω οὔτε τοὺς λαβωμένους στρατιώτας μου, καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς ἔχω νὰ κάμω. Ὅθεν ὅπως καὶ ἂν κάμητε νὰ μοῦ στείλετε γρόσια, διότι δὲν ἔχω πῶς νὰ κάμω. Γράφε μου τὰ αὐτόθι τρέχοντα καὶ πῶς τὸ ἐκάματε μὲ τὸν Ζαήμην. Μένω μ’ ὅλον τὸ σέβας.

Τῇ αῇ Ἀπριλίου 1827 ἐκ τοῦ στρατοπέδου τῆς Ἀττικῆς.

ὁ υἱός σου

Ἰωάννης Θ. Κολοκοτρώνης

Επιστολή του Γενναίου προς τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη σχετικά με μάχες στην Αττική
Επιστολή του Γενναίου προς τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη σχετικά με μάχες στην Αττική

Εικ. 6 και 7

Ἐπιστολὴ τοῦ Ἰωάννη (Γενναίου) Κολοκοτρώνη πρὸς τὸν πατέρα του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη ἀπὸ ταὸ στρατόπεδο ταῆς Ἀττικῆς. Χρονολογία 1 Ἀπριλίου 1827. Ἀρχειακὸς Τόπος Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ἀρ. τεκμ. 0866, σελ. 1 καὶ 2.