Ἡ μελέτη τῶν πρωτογενῶν πηγῶν τῆς Ἱστορίας, ὁποιασδήποτε μορφῆς καὶ ἂν εἶναι αὐτές, ἀποτελοῦν τὴ βάση γιὰ τὴ διαμόρφωση τῆς πραγματικῆς εἰκόνας τῶν γεγονότων. Ἀλλὰ καὶ αὐτὲς οἱ πηγὲς ὑπόκεινται σὲ κρίση καὶ σὲ ἔλεγχο μὲ τὶς μεθόδους ποὺ εἰσηγεῖται ἡ ἱστορικὴ ἐπιστήμη, μέσω συγκριτικῆς καὶ συνδυαστικῆς ἔρευνας καὶ ἐπαλήθευσης ἀπὸ ἄλλες ἔξωθεν πληροφορίες. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος γιὰ νὰ περιορίσουμε ὅσο τὸ δυνατὸν τὰ κενά, ἀνθρώπινα καὶ φυσικά, ποὺ ἀντιμετωπίζουμε στὴν ἐξέταση τῶν πηγῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποφύγουμε καὶ νὰ ἀπορρίψουμε αὐθαίρετες ἀπόψεις καὶ ἐκ τῶν προτέρων ἠθελημένες ἑρμηνεῖες.
Στὴν προκειμένη περίπτωση μιλοῦμε γιὰ ἕνα τμῆμα τῆς ἀλληλογραφίας τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ποὺ συνίσταται ἀπὸ 1143 ἔγγραφα. Τὰ ἔγγραφα αὐτὰ κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι ἐπιστολὲς ἰδιωτικὲς ἢ καὶ ὑπηρεσιακὲς τῆς Ἐπαναστατικῆς Διοίκησης τῆς Ἑλλάδας πρὸς τὸν μεγάλο ἀρχιστράτηγο τῆς Πελοποννήσου. Χρονολογικὰ ἀρχίζουν ἀπὸ τὶς ἀμέσως προεπαναστατικὲς κινήσεις στὴν Πελοπόννησο.
Πρῶτα τὸν Ὀκτώβρη τοῦ 1819, ὅταν παραλαμβάνει ἀντίγραφο τοῦ συνυποσχετικοῦ μεταξὺ τῶν τριῶν ἰσχυρῶν οἰκογενειῶν τῆς Μάνης Μαυρομιχάλη, Γρηγοράκη καὶ Τρουπάκη μὲ προτροπὴ τοῦ Φιλικοῦ Χριστόφορου Περραιβοῦ γιὰ ἀνάληψη πρωτοβουλίας ἐξέγερσης κατὰ τῶν Τούρκων.
Τὸ ἔγγραφο ἀρχίζει:
Διὰ τοῦ παρόντος ἡμῶν ἰδιοχειροϋπογεγραμμένου γράμματος ὑποσχόμεθα μεθ’ ὅρκου τῆς ἁγιωτάτης καὶ ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως καὶ μὲ τὴν δύναμιν τοῦ τρομεροῦ ὅρκου ὁποῦ αὐτοπροαιρέτως διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ Γένους μας ἐκάμαμεν, ὅτι νὰ φυλάξωμεν τὰς ἀκολούθους συνθήκας.
Εἶναι τὸ ὑπ’ ἀρ. 4 τῆς συλλογῆς.
Καὶ στὴ συνέχεια μὲ τὰ ἔγγραφα 5 καὶ 6 τὸν Ἰούνιο τοῦ 1820, τὰ ὀποῖα συνιστοῦν τὴν ἐπιστολὴ ποὺ τοῦ ἀποστέλλει ὁ Ἔφορος τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης ἀπὸ τὴν Πετρούπολη γιὰ νὰ τοῦ ἀναθέσει ἐκ μέρους τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας τὴν ὀργάνωση σὲ ἑνιαῖο σῶμα τῶν καπετανέων γιὰ τὴν ἐκτέλεση τοῦ ἱεροῦ σκοποῦ.
Τοῦ λέγει:
Εὐθὺς ὁποῦ λάβῃς τὸ παρόν μας, θέλεις φροντίσει νὰ προδιαθέσῃς καὶ νὰ συνδέσῃς μὲ τὸν ἱερὸν δεσμὸν τῆς φιλικῆς ὁμονοίας τοὺς καπετανέους ὁποῦ γνωρίζεις, τοὺς ὁποίους θέλεις συμβουλεύσει νὰ ἑτοιμασθῶσιν ἐν ἡσυχίᾳ καὶ ὁμονοίᾳ, διὰ νὰ μὴν ἐννοήσουν παράκαιρα τὰ φρονήματά μας οἱ ἐχθροὶ τοῦ Σταυροῦ.
Ἀκολουθοῦν ἔπειτα δύο ἀκόμη ἔγγραφα. Τὸ ὑπ’αρ. 7 χρονολογημένο στὶς 29 Ἰανουαρίου 1821 ἀπὸ τὴ Βοστίτσα, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀντίγραφο ἐπιστολῆς τῶν προκρίτων καὶ τῶν ἀρχιερέων τῆς Πελοποννήσου, ποὺ μετεῖχαν στὴ Συνέλευση τῆς Βοστίτσας, πρὸς τοὺς πρόκριτους τῶν Σπετσῶν καὶ τῆς Ὕδρας, μὲ τὴν ὁποία τοὺς παρακαλοῦν νὰ ἐπικοινωνοῦν γιὰ τὴν ἀνταλλαγὴ τῶν σκέψεων καὶ ἀποφάσεών τους σχετικὰ μὲ τὸ προετοιμαζόμενο κίνημα.
Καὶ τὸ ὑπ’ ἀρ. 8 ποὺ εἶναι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ὑψηλάντη ἀπὸ τὸ Κίσνοβο τῆς Μολδαβίας στὶς 29 Ἰανουαρίου 1821 πρὸς τὸν Κολοκοτρώνη, ὁ ὁποῖος εἶχε φτάσει ἤδη στὴ Μάνη, μὲ τὴν ὁποία ἐπιστολὴ τοῦ παρέχονται ὁδηγίες γιὰ τὴν προετοιμασία τῆς Ἐπανάστασης. Μεταξὺ ἄλλων τοῦ λέει:
Ὅθεν, πάσχισε ὁποῦ εἰς τὰς τωρινὰς φωνὰς τῆς Πατρίδος μας, ὅλα τὰ κινήματά σας νὰ μὴ ἀποβλέπωσιν εἰς ὄφελος οὔτε τοῦ ἑνὸς μέρους τῶν τυράννων, οὔτε τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ μὲ τὰ ἔξοδα ἐκείνου νὰ ὠφελήσει τὸ κοινόν τῆς Ἑλλάδος.
Ἀκολουθεῖ μιὰ ἐπιστολὴ τῶν ἀδελφῶν Δεληγιάννη στὶς 20 Μαρτίου 1821 (ἀρ. 9) μὲ τὴν ὁποία καλοῦν τὸ Κολοκοτρώνη νὰ μεταβεῖ στὰ Λαγκάδια γιὰ νὰ συμβάλει μὲ τὴν παρουσία του δυναμικὰ στὴν Ἐπανάσταση.
Ἔτσι λοιπὸν φτάνουμε στὶς 23 Μαρτίου, ὁπότε μὲ τὸ ἔγγραφο ἀρ. 10 βλέπουμε τὸν Κολοκοτρώνη μαζὶ μὲ τὸν Γρηγόριο Δικαῖο Παπαφλέσα νὰ ἐκδίδει στὴ Σκάλα Μεσσηνίας, κατὰ τὴ μετάβασή του ἀπὸ τὴν Καλαμάτα στὴν Καρύταινα, τὴν προκήρυξή του γιὰ τὴν ἔναρξη τοῦ Ἱεροῦ Ἀγώνα.
Ἀδελφοὶ κάτοικοι τῆς Ἀρκαδίας
Ἡ ὥρα ἔφθασε, τὸ στάδιον τῆς δόξης καὶ τῆς ἐλευθερίας ἠνοίχθη, τὰ πάντα ἰδικά μας καὶ ὁ Θεὸς τοῦ παντὸς μεθ’ ἡμῶν ἔσεται. Μὴ πτοηθῆτε εἰς τὸ παραμικρόν. Σεῖς εἶσθε ἀτρόμητοι καὶ τῶν προγόνων μας ἀπόγονοι. Γενικῶς ὁπλισθῆτε μὲ ἀνοικτὰ μπαϊράκια καὶ τρέξατε ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν τῆς Πίστεως καὶ τῆς Πατρίδος.
Ἀκολουθεῖ στὴ συνέχεια πλῆθος ἐγγράφων ποὺ σχετίζονται μὲ τὸν Κολοκοτρώνη ὡς ἀποδέκτη ἐκ μέρους πολλῶν ἀρχηγῶν στρατιωτικῶν σωμάτων καὶ ἄλλα πολὺ λιγότερα καὶ ὡς ἀποστολέα μέχρι τὸν θάνατό του, ποὺ συμβαίνει στὶς 16 Φεβρουαρίου τοῦ 1843.
Ἡ συλλυπητήρια ἐπιστολὴ τοῦ ἱστορικοῦ τῆς Ἐπανάστασης Σπυρίδωνα Τρικούπη πρὸς τὸν Γενναῖο Κολοκοτρώνη, γιὸ τοῦ Θεόδωρου, ἀπὸ τὸ Λονδίνο στὶς 6/18 Μαρτίου 1843 κλείνει τὴν σειρὰ τῶν χρονολογημένων ἐπιστολῶν στὸ πρόσωπό του. Ὕστερα ἀπὸ τὴν προσφώνηση καὶ τὸν χαιρετισμό, ὁ Τρικούπης προσθέτει:
Ἡ Ἱστορία θὰ τὸν κατατάξη εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν πρώτων ἀνεγερτῶν τῆς πεσούσης Πατρίδος. Ἂν δὲν εὐρέθην παρών ἐπὶ τῆς κηδείας του διὰ νὰ τὸν ἀποχαιρετήσω μὲ τούς ἀσθενεῖς ἀλλ’ εἰλικρινεῖς ἐπικηδείους μου λόγους, ὁ ἄτεχνος ὅμως ἱστορικὸς κάλαμὸς μου παραπέμπει εἰς τάς ἐπερχομένας γενεάς τάς λαμπρὰς ὑπὲρ τῆς πατρίδος πράξεις του.
Καὶ ἐγὼ καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς ἐκδοτικῆς ὁμάδας εἴχαμε τὴν εὐκαιρία, ἀλλὰ καὶ τὸ προνόμιο νὰ διεξέλθουμε ἕνα πρὸς ἕνα τὰ χαρτιὰ τοῦ ἀρχείου ποὺ παρουσιάζεται ἐδῶ καὶ νὰ παρακολουθήσουμε σὰν ἕνα εἰκονογραφημένο ἱστόρημα συμβάντα καὶ γεγονότα ποὺ διαδραματίστηκαν κυρίως στὴν Πελοπόννησο μὲ πρωταγωνιστὲς καπεταναίους, ὁπλαρχηγούς, πολιτικούς, ἀγωνιστὲς καὶ στρατιῶτες, ἁπλοὺς κατοίκους χωριῶν ἄνδρες καὶ γυναῖκες. Νὰ παρακολουθήσουμε τὶς ἡρωϊκές τους πράξεις, ἀλλὰ καὶ τοὺς φόβους καὶ τὶς ἀγωνίες τους, τὸν ἐνθουσιασμό τους στὸ ἄκουσμα τῶν νικῶν καὶ τὴν ἀπελπισία τους σὲ σκοτεινὲς καὶ θλιβερὲς στιγμὲς θανάτων καὶ κατατρεγμοῦ, ἀλλὰ καὶ πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν.
Ἐπισημαίνω ἐδῶ γιὰ παράδειγμα τὰ ἔγγραφα 807 καὶ 866 ποὺ περιγράφουν μάχες κατὰ τὴν πολιορκία τῆς Ἀθήνας. Τὸ ἕνα ἔχει χρονολογία 23 Ἰανουαρίου 1827 καὶ εἶναι μιὰ ἀναφορὰ τῶν Βάσου Μαυροβουνιώτη, Διονύσιο Βούρβαχη καὶ Παναγιώτη Νοταρᾶ πρὸς τὴν Κεντρικὴ Διοίκηση καὶ τὸ ἄλλο τοῦ Γενναίου Κολοκοτρώνη πρὸς τὸν πατέρα του τὴν πρώτη Ἀπριλίου τοῦ ἴδιου ἔτους ἀπὸ τὸ στρατόπεδο τῆς Ἀττικῆς.
Ἀναφέρθηκε προηγουμένως ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγγράφων, 1143. Εἶναι ἔγγραφα στὴν πλειονότητά τους συνταγμένα μὲ συγκεκριμένο τυπικὸ καὶ γραφειοκρατικὸ σύστημα ἀπὸ ἔμπειρους γραμματεῖς ποὺ ὑπηρετοῦσαν εἴτε στὴν Κεντρικὴ Διοίκηση, εἴτε στὶς κατὰ τόπους δημογεροντίες, εἴτε καὶ σὲ μεμονωμένους ὁπλαρχηγούς.
Ἡ γνώση τῆς παλαιογραφίας καὶ ἡ ἐμπειρία στὴν εἰδικότητα αὐτὴ εἶναι ἄκρως ἀπαραίτητη γιὰ τὴν προσέγγιση καὶ περαιτέρω διαχείριση καὶ ἐπεξεργασία παρόμοιου ἀρχειακοῦ ὑλικοῦ. Ἐπισημαίνω ὅτι ἡ συγκεκριμένη συλλογὴ ἐγγράφων ἀποτελεῖ ἕνα πλουσιώτατο πανόραμα τῆς χρήσης τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς καὶ γλώσσας, ἀλλὰ καὶ τῆς κυκλοφορίας τοῦ χαρτιοῦ κατὰ τὴν ἐπαναστατικὴ περίοδο.
Ἀπὸ τὴν παλαιογραφικὴ λοιπὸν πλευρὰ ἐξετάζοντας τὰ ἔγγραφα αὐτὰ παρατηροῦμε τύπους γραφικῶν χαρακτήρων ποὺ ἀκολουθοῦν ἕνα γραφολογικὸ σύστημα καὶ κανόνα μὲ κοινὰ γραμμικὰ συμπλέγματα συλλαβῶν καὶ συντομογραφίες ποὺ ἔχουν τὴ σχεδιαστική τους βάση καὶ ἀφετηρία στοὺς τύπους τῶν γραφῶν τῶν χειρόγραφων βιβλίων ποὺ χρησιμοποιοῦνταν στὶς μεγάλες ἀλλὰ καὶ στὶς μικρότερες σχολὲς ἑλληνικῶν γραμμάτων, μὲ τοπικὲς βέβαια παραλλαγές, ποὺ γεωγραφικὰ συναντῶνται ἀπὸ τὶς ἀκαδημίες τῆς Μολδοβλαχίας, τὴ Μεγάλη Πατριαρχικὴ Σχολὴ καὶ τὶς ἄλλες μεγάλες τῶν Ἰωαννίνων, τῆς Σμύρνης, τῆς Τραπεζούντας, τῆς Ἀθήνας, τῶν Ἀγράφων, τῆς Δημητσάνας, τῶν Ἰονίων νήσων καὶ τοῦ Αἰγαίου ὣς καὶ τὰ Δωδεκάνησα, τὴν Κύπρο καὶ τὴν Ἀλεξάνδρεια.
Εἶναι οἱ γραφὲς ἐκεῖνες ποὺ μαζὶ μὲ τὴ γλώσσα συναντοῦμε ἐξελιγμένες ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ ἐποχὴ ἤδη στὸν 17ον αἰώνα στὰ γνωστὰ Μαθηματάρια μὲ τὰ φιλολογικὰ καὶ φιλοσοφικὰ κείμενα τῆς ἀρχαίας κλασικῆς καὶ χριστιανικῆς γραμματείας, μὲ τοὺς ρητορικοὺς λόγους τοῦ Δημοσθένη καὶ τοῦ Λυσία, τὰ ἱστορικὰ βιβλία τοῦ Θουκυδίδη, τοὺς βίους τοῦ Πλουτάρχου, τὶς ραψωδίες τοῦ Ὁμήρου καὶ τὰ «Ἔργα καὶ Ἡμέρες» τοῦ Ἡσιόδου, τὶς τραγωδίες τοῦ Εὐριπίδη καὶ τοὺς ὕμνους τοῦ Πινδάρου, τοὺς διαλόγους τοῦ Λουκιανοῦ καὶ τὰ φιλοσοφικὰ ἔργα τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ τῶν σχολιαστῶν του, ἢ ἀκόμη καὶ τῶν κατηχητικῶν λόγων παλαιῶν καὶ νεωτέρων θεολογικῶν συγγραφέων, ὅπως τοῦ Μελέτιου Πηγᾶ, τοῦ Γεωργίου Κορεσσίου, τοῦ Γεράσιμου Βλάχου καὶ τοῦ Βικέντιου Δαμωδοῦ.
Ὅλοι αὐτοὶ οἱ γραμματεῖς ποὺ ὑπηρέτησαν στὴν Ἐπανάσταση γνώριζαν πολὺ καλὰ καὶ τὴ σύνταξη καὶ τὸ ὕφος καὶ τὴν ὀρθογραφία τοῦ ἀνόθευτου ἑλληνικοῦ λόγου ἀπὸ λογιοτατίστικες ἐπιτηδεύσεις καὶ ρητορικὲς ὑπερβολές.






